Μακρια πολυ μακρια να ταξιδευουμε κι ο ηλιος παντα μονους να μας βρισκει εσυ τσιγαρο CAMEL να καπνιζεις, ναι,κι εγω σε μια γωνια να πινω Whiskey.
Οι πολιτειες ξενες να μας δεχονταν,οι πολιτειες οι πιο απομακρυσμενες Κι εγω σ’ αυτες απλα να σε εσυσταινα
σαν σε παλιες γλυκες μου αγαπημενες.....
Κάτι περιμένεις, κάτι θέλεις, κάτι …. και τρέμεις.
Τρέμεις μήπως και όσα ονειρεύτηκες, δεν χωράνε σε τούτο το δωμάτιο.
Αναρωτιέσαι αν πρέπει να το αλλάξεις και αυτό justtobesure.
Ο καθένας μας ονειρεύεται μέχρι εκεί που μπορεί να φτάσει αλλά μόνο όταν το όνειρο γίνει πραγματικότητα μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι άξιζε ο χρόνος που ξοδέψαμε να το τριγυρνάμε στο μυαλό μας… σωστά?
Το τελευταίο από τα παιδιά... κορίτσι.
Φόβος και τρόμος. Ασφαλής μέσα σε εισαγωγικά.
Πετάς τον έρωτα σου σε πόδια βρώμικα ανδρών που δεν θα καταλάβουν.
Τρομάζεις να καταλάβουν.
Λες "σε θέλω για το σεξ" και ακούς την καρδιά σου να κάνει ήχους αλλιώτικους στην αναμονή της απάντησης που καμιά φορά είναι απλά ένα νεύμα θετικό και εκεί σταματάει για λίγο (η καρδιά σου) και έπειτα επανέρχεται σαν από ηλεκτροσόκ.
Θες να φύγεις μετά αλλά μένεις γιατί εσύ το είπες πρώτη. Γιατί έτσι είναι οι άντρες. Γιατί έτσι έμαθες. Γιατί κανένας δεν θα σε πληγώσει. Και περνιέσαι για δυνατή στα μάτια των άλλων.
Μια αγκαλιά να σου δοθεί και θα σπάσεις... αυτό φοβάσαι.
Την αληθινή αγκαλιά.
Άλλοι είναι κρυμμένοι στη θάλασσα, άλλοι στα βουνά, άλλοι στους πιο ξερούς τόπους και αυτό από μόνο του, φτάνει να τους χαρακτηρίζει.
Δεν μετακινούνται εύκολα όμως… όμως ο αέρας, ο ήλιο και η θάλασσα τους φθείρουν…. Όσο πιο άγριος και μεγάλος ο βράχος, τόσο πιο δύσκολο να αλλάξει. Όχι όμως αδύνατο.
Τρίβονται λοιπόν και παίρνουν σχήμα στρογγυλό. από τον ήλιο, τον αέρα και τη θάλασσα. Από τις εμπειρίες τους δηλαδή. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας – μεταμόρφωσης, τρίβονται. Η πέτρα δεν εξαφανίζεται. Δε χάνεται. Απλά… παίρνει τη μορφή της άμμου. Αφήνει κάτι από την αλλαγή. Όπως τα φίδια το δέρμα τους…
Ξέρεις τι μένει? Να βρεθεί κάποιος να τους σπρώξει. Πρέπει όμως να γίνει την κατάλληλη στιγμή. Όταν δηλαδή ο ήλιος, ο αέρας και ή το νερό, έχουν τελειώσει τη δουλειά τους, ανώδυνα ή επώδυνα.Τότε εκείνος ο κάποιος, δίνει μία και καθορίζει την πορεία του βράχου. Σχεδόν δηλαδή! Εξαρτάται από τη δουλειά των διαβρωτικών στοιχείων … του ήλιου, του νερού και του αέρα. Γιατί… καμία φορά, ο βράχος είναι πιο σκληρός σε κάποια σημεία. Πιο μαλακός σε άλλα.
Έχουμε λοιπόν την ώθηση και το σχήμα που πήραμε, μας κυλάει.
Ο δρόμος… άλλος και αυτός…
Ο δρόμος αλλάζει κάθε λεπτό. Μπορεί να συναντήσουμε και άλλους βράχους που κυλούν… κάποιους που μπορεί να σκαλώσουν μεταξύ τους όταν λόγο σχήματος και ώθησης ενωθούν οι πορείες τους και κολλάνε εκεί. Γίνονται κομμάτι του τοπίου και δέχονται τις «επιθέσεις» του αέρα, του ήλιου και της βροχής μαζί. Σαν ένα.
Εκτός… εκτός και αν ρίξει κεραυνούς… φως. Γιατί και οι κεραυνοί αλλάζουν τους βράχους. Έχω δει βράχους που έσπασαν στη μέση από το χτύπημα του κεραυνού και έχασαν κάθε ελπίδα να κυλήσουν πάλι… γιατί όταν έχεις το σχήμα κομμένου πορτοκαλιού, δεν μπορείς να κυλήσεις. Μένεις να περιμένεις τον ήλιο, τη βροχή και τον αέρα να σε αλλάξουν πριν σε κάνουν άμμο… να έχεις έστω την τύχη να γίνεις πετραδάκι και ας είναι πιο γρήγορο το ταξίδι.
Και η άμμος…. Δεν είναι κακή η άμμος. Είναι όλα όσα πετάμε από πάνω μας για να πάρουμε σχήμα. Είναι όλα όσα δεν θέλουμε ή δεν χρειαζόμαστε ή αυτό που κάποιος κάποια στιγμή, διεκδίκησε και κατάφερε ίσως να μας αποσπάσει. Είναι αυτό που κανείς δεν μπορεί να κρατήσει στα χέρια. Αυτό που κυλάει ανάμεσα στα δάχτυλα. Γίνετε λάσπη με το νερό, σκόνη με τον ήλιο, θόρυβος με τον αέρα.
Μένουν και κάτι κομμάτια που είναι έτοιμα να φύγουν και δεν φεύγουν και γίνονται βάρος και καμιά φορά, χωρίς να το επιδιώκουμε, καθορίζουν την κατεύθυνση στην οποία κινούμαστε.
Άλλα ξέρεις πως είναι αυτά. Νομίζουμε ότι υπερπηδάμε εμπόδια όμως απλά αλλάζουμε την πορεία μας μπροστά τους. Εξαιτίας τους ίσως.
Έτσι είναι ο κόσμος φτιαγμένος. Έτσι είναι το τοπίο. Θα χει βροχές και ήλιο και αέρα και εμείς, αν είμαστε τυχεροί, θα κυλάμε και θα σκοντάφτουμε σε αυτά που ίσως κάποιοι ξεφορτώθηκαν κατά τη διάρκεια της δικής τους πορείας. Σε αυτά που άδοξα διέκοψαν την πορεία τους, σε αυτά που δεν βρέθηκε κάποιος να δώσει ώθηση για να ξεκινήσουν το ταξίδι. Ίσως και στα βράχια με σχήμα κομμένου πορτοκαλιού.
Το θέμα είναι ότι πάντα μετράει το σχήμα μας, η ώθηση που δεχτήκαμε και το πόσο δυνατά φυσάει η βρέχει.
Δεν ξέρω τι με πιάνει αγόρι μου
καθώς η νύχτα πλησιάζει
καημός που την ημέρα χάνεται
μόλις νυχτώνει μ' αγκαλιάζει
Αγόρι μου
Αγόρι μου αγόρι μου
ανάσα μου και αίμα μου
χαρά μου χαρά μου κι άνθρωπέ μου
Αγόρι μου αγόρι μου
αλήθεια μου και ψέμα μου
κι ατέλειωτε, κι ατέλειωτε καημέ μου
Δεν ξέρω τι με πιάνει αγόρι μου
Καθώς η νύχτα με τυλίγει
μες τις σκιές της πάντα χάνομαι
ψάχνοντας τη χαρά τη λίγη
Αγόρι μου αγόρι μου
ανάσα μου και αίμα μου
χαρά μου χαρά μου κι άνθρωπέ μου
Αγόρι μου αγόρι μου
αλήθεια μου και ψέμα μου
κι ατέλειωτε, κι ατέλειωτε καημέ μου
Μπορείς να κάνεις ό,τι θες
μπορείς και να μη μ' αγαπάς
και να χαρίζεις όπου θέλεις τα φιλιά σου
Πήρα απ' το χέρι σου νερό
να το ξεχάσω δε μπορώ
ακόμα κι αν θα στερηθώ την αγκαλιά σου
Πήρα απ΄το χέρι σου νερό
τώρα θα πάρω τον καημό
και θα γυρίσω στα παλιά μου τα λημέρια
Εκεί που λιώνει η ζωή
εκεί που σβήνει η χαρά
εκεί που χάνονται ο ήλιος και τ' αστέρια
Είχα τα μάτια μου κλειστά κι έδωσα βάση
έκανα στάση στη δική σου γειτονιά
με αγωνίες και καημούς έχω χορτάσει
είχα τα μάτια μου κλειστά κι έδωσα βάση
Να είχα το κουράγιο
την αγκαλιά σου να την απαρνιόμουνα
να είχα το κουράγιο
στη γειτονιά σου να μην ξαναρχόμουνα
Είχα λουλούδια στην καρδιά και συ μια πέτρα
κάτσε και μέτρα πόσο μου ‘κανες κακό
τι μου ‘χεις δώσει και τι πήρες κάτσε μέτρα
είχα λουλούδια στη καρδιά και συ μια πέτρα
Να είχα το κουράγιο
την αγκαλιά σου να την απαρνιόμουνα
να είχα το κουράγιο
στη γειτονιά σου να μην ξαναρχόμουνα
.....και η άσχημη μάγισσα, πήρε ένα ακόμα μήλο από το καλάθι του κοριτσιού και είπε ψιθύρισε ευχαριστώ πίσω από τα σαπισμένα της δόντια. «Μπράβο» της είπε μα το κοριτσι δεν το χάρηκε. Κάτι ποιο δραματικό περιμένει κανείς από τις μάγισσες.
Και μετά έκλαψε από ανακούφιση κι ας δεν είχε από την αρχή να φοβάται κάτι. Για εκείνο το κενό μόνο… για το «Μπράβο» που κερδισε με κόπο και δεν μπορούσε να μοιραστει... ίσως για αυτό να κλαίει.
Οκ. Έχω κι άλλο τρόπο αλλά φοβάμαι. Με ξέρεις … πάντα φοβάμαι.
Μου λείπεις, σου θυμώνω, τα βάζω μαζί μου, μετά φταιςεσύ. Μετά γελάω που τα σκέφτομαι. Μετά κλαίω που δεν φεύγεις από το μυαλό μου και καταλήγω εδώ.
Στο ασφαλές, σου λέω. Στο κουτάκι μου που άνοιξες, σου λέω. Τα περίεργα και τα καλά και τα κακά και τα τρελά μου με τον κίνδυνο να με καταλάβεις. Χαζό. Με έχεις καταλάβει ήδη.
Θα σου πω ένα παραμύθι.
Ένα παραμύθι χωρίς πρίγκιπες και γοβάκια. Ένα παραμύθι για μια σκιουρίνα και ένα ψάρι.
Η σκιουρίνα ήταν ένα πολύ περήφανο, περίεργο εγωκεντρικό πλάσμα. Αχόρταγο. Ήθελα όλα να τα δει και να τα ζήσει και έτσι με τα μικρά της ποδαράκια, γύρισε όλα τα μέρη! Πήγε σε βουνά και σε ποτάμια, σε λίμνες και δάση και δεν σταματούσε να κινεί το κορμί της από δω και από εκεί, να χορτάσει τα μάτια της. Τα πουλιά που γνώριζε στα ταξίδια της, της λέγανε για τη θάλασσα και εκείνη τα σνόμπαρε γιατί φοβόταν. Δεν ήξερε κολύμπι. Το ήξερε ότι αν πήγαινε στη θάλασσα, δεν θα ήταν πια το ίδιο ασφαλής. Δεν θα μπορούσε να βασιστεί στα πόδια της που την πήγαιναν μέχρι τώρα παντού και έτσι, απέφευγε τη θάλασσα. Πέρασε ο καιρός και εκείνη είχε περπατήσει σχεδόν όλους τους δρόμους που είχε ονειρευτεί.
Ένα πρωινό του Νοέμβρη, την βρήκε στους ουρανούς, με ένα φίλο της πουλί, να της δείχνει τα νησιά. Εκείνος κουράστηκε και έτσι προσγειώθηκαν σε ένα από αυτά. Το πιο μακρινό.
Έμεινε εκεί να περπατά και να μαθαίνει. Να μαθαίνει εκείνη. Να μαθαίνει να χαμογελά και πως τελικά, ίσως να μην είναι και τόσο τραγικό να έχεις θάλασσα γύρω γύρω. Να μην μπορείς να φύγεις. Γιατί να πας να φύγεις αν σου αρέσει η παρέα εκεί?
Στις βόλτες της στο λιμάνι, γνώρισε ένα ψάρι. Ήταν ένα πολύ δυνατό ψάρι με μεγάλα πτερύγια και εγωισμό. Δυνατό και περίεργο.
Κάθισε εκεί και άρχισαν να μιλάνε. Το χαζό το ψάρι. ήταν τόσο πολύ δυνατό και δεν το ήξερε! Είχε τόσο μεγάλη αντοχή στο κολύμπι που μπορούσε να γυρίσει όλες της θάλασσες του κόσμου και εκείνο έμενε να κολυμπά μόνο γύρω από το νησί.
-Χαζό! Γιατί δεν ταξιδεύεις??
-Εσύ, γιατί δεν σταματάς να ταξιδεύεις?
Και η σκιουρίνα σκέφθηκε αυτό που είπε το ψάρι, γιατί κανείς δεν την είχε ποτέ ρωτήσει κάτι τέτοιο. Δεν ήξερε τι να απαντήσει γιατί πάλι φοβήθηκε.
Και έκαναν μια συμφωνία. Η σκιουρινα θα άφηνε λίγη από την ελευθερία της και το ψάρι λίγο από τους φόβους τους. Θα ξεχνούσαν το πόσο διαφορετικοί μοιάζουν και θα επικεντρώνονταν στο πόσο ίδιοι είναι.
Ξεκίνησαν λοιπόν να ταξιδεύουν μαζί. Η σκιουρίνα κλείστηκε σε ένα καράβι και ταξίδευε το αιγαίο πάνω κάτω και το ψάρι, άρχισε να κολυμπά πιο μακριά από το νησί, δίπλα στο πλοίο της σκιουρίνας.
Το βράδυ, η σκιουρίνα ανέβαινε στο κατάστρωμα και έσκυβε να δει το ψάρι που κολυμπούσε στα νερά. και το ψάρι έβλεπε τις αντανακλάσεις της στο νερό και έβγαινε λίγο στην επιφάνεια. Συζητούσαν με τις ώες και γελούσαν και μάθαιναν ο ένας τον άλλο.
Καμιά φορά τσακωνόντουσαν γιατί έτσι γίνεται με τους σκίουρους και τα ψάρια που μοιάζουν. Τότε η σκιουρίνα κατέβαινε στα αμπάρια να νιώθει το ψάρι κοντά της και ας μην τη βλέπει και εκείνο κολυμπούσε τόσο κοντά στο σκαρί του πλοίου που ήταν σχεδόν επικίνδυνο.
Και περνούσαν έτσι μέρες, νύχτες, μήνες μέχρι που η σκιουρίνα άρχιζε να αισθάνονται τρελή. Ότι δεν μπορεί δηλαδή να νιώθουν τόσο έντονη την παρουσία ο ένας του άλλου και έτσι, ο εγωισμός έκανε μια βόλτα και την άφηνε να ανέβει στο κατάστρωμα και να ψάξει το ψάρι.
Εκείνο, που ήξερε πια τη σκιουρίνα του, καμιά φορά έκανε το κορόιδο όταν έβλεπε τις αντανακλάσεις της στο νερό. Έπαιρνε μια βαθιά ανάσα αγάπης, μια επιβεβαίωση ότι δεν χάθηκε, ότι είναι ακόμα εδώ και μετά καθόταν εκεί κριμένος. Να μην τον δει. Να καταλάβει η εγωίστρια σκιουρίνα.
Άλλα βράδια πάλι, πήγαινε πολύ κοντά στο πλοίο και χτύπαγε την ουρά του και η σκιουρίνα ξύπναγε από τον θόρυβο και κρυφογέλαγε κάτω από τα σκεπάσματα της και καμιά φορά λίγο πιο δυνατά, να την ακούσει το ψαράκι, να χαμογελάσει κι αυτό.
Και επειδή αυτό το παραμύθι, δεν έχει τέλος, δεν μπορώ να σου υποσχεθώ ότι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Μπορώ να σου πω πως οι θάλασσες δεν τελειώνουν. Και τα νάζια δεν τελειώνουν. Και η άλλη…. Δεν τελειώνει.
και πιάσανε δουλεια τα αντισωματα. αυτοσυντήρηση.
εκείνη η φαντασία λίγο μου τα χαλάει. εντάξει... πολύ μου τα χαλάει.
δημιουργει εικόνες. πλαθει το παρόν με τα θέλω μου και μου σερβίρει .... διπλή βότκα να συνέλθω.
χρησιμοποιούμε αυτά που γνωρίζουμε για να φανταστούμε αυτα που μας είναι άγνωστα.
όταν όμως ασυνήδητα καταλήγεις να φτιάχνεις εικόνες που δεν θες να κοιτάξεισ?
εκει σε θέλω...
“If I had a world of my own, everything would be nonsense. Nothing would be what it is, because everything would be what it isn't. And contrary wise, what is, it wouldn't be. And what it wouldn't be, it would. You see?” - Alice in Wonderland
Είναι η ζωή μας μια βόλτα...από αυτές τις καλές, τις μεγάλες τις αξέχαστες... αλλες φορές δίπλα στην θάλασσα αλλες πάλι, κοντά στα βουνά... εδω.. ισως ακόμα και πάνω στα χνάρια κάποιων άλλων ταξιδευτών.Πέρασαν πολλοί απο δω που είμαι εγώ, απο εκεί που είσαι εσυ, απο τους δρόμους τούτου του κόσμου...
Δεν έχω λόγο την ασχήμια να κοιτάωόταν τον ήλιο στην καρδιά μου κουβαλάω,έχει ο καιρός γυρίσματακαι μέσα απ' τα προβλήματαθα ξαναβρώ τα βήματα πως να σταθώ,είναι στιγμή μου κι άκρη μουτο γέλιο και το δάκρυ μουείναι δικιά μου ιστορία, είμαι εγώ.
Εγώ είμαι τα παράλογα και τα λογικά,εγώ διαλέγω σχέδια, κόσμο, υλικά,εγώ το χτίζω τ' όνειρο, μάτια μου γλυκά,εγώ που ζω στα ψεύτικα, κλαίω αληθινά.
Δεν έχω λόγο το παράλογο να κρίνω,έχω ευθύνη σ' ό,τι πιάνω, σ' ό,τι αφήνω,όρισα τη διάστασηκι αν παίζω στην παράστασηδε φταίει καμιά κατάσταση, πώς να σ' το πω,είναι στιγμή μου κι άκρη μουτο γέλιο και το δάκρυ μουείναι δικιά μου ιστορία, είμαι εγώ.
Εγώ είμαι τα παράλογα και τα λογικά,εγώ διαλέγω σχέδια, κόσμο, υλικά,εγώ το χτίζω τ' όνειρο, μάτια μου γλυκά,εγώ που ζω στα ψεύτικα, κλαίω αληθινά.