Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστοριες της στιγμης.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστοριες της στιγμης.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Απρ 2012

Ο θανατος και η κόρη

τη βίασαν λέει. 18 φορές. και από τότε πέρασαν 15 χρόνια. Πόλεμος.
και τότε και μέσα της.
Ένα βράδυ που πάλι κοιμόταν από τον φόβο της ελαφρά, ένας άντρας μπήκε στο σπίτι μαζί με τον σύζυγό της και εκείνη αναγνώρισε τη φωνή του βιαστή και βασανιστή της.
Περίμενε να κοιμηθει ο άντρας της, χτύπησε με - το κρυμμένο πάντα στο συρτάρι της - όπλο τον βιαστή και τον φίμωσε με το εσώρουχό της. Τον έδεσε έπειτα στην καρέκλα και έβαλε μουσική.....

'Επλενε τα ποτήρια και έκλαιγε μέσα της.
τραγουδαγε κάτι για υποσχέσεις. Μέσα της. Άφησε το ποτήρι να πέσει από τα χέρια της. Το άφησε να σπάσει και μετά κοιτούσε τα γυαλιά στο νεροχύτη. Πήρε ένα μικρό κομμάτι και άρχισε να κόβει τα χέρια της. Κάπου κάποτε, είχε διαβάσει ότι όταν κόβεις τον σώμα σου, ένα τμήμα της θλίψης απελευθερώνεται και φεύγει μαζί με το αίμα. Το δικό της αίμα.
Ξέπλυνε τα χέρια της, πηγε μέχρι το μεγάλο μπάνιο και τα σκούπισε στη μαύρη πετσέτα. Δεν μπήκε στον κόπο να καλύψει τις πληγές. Γιατί άλλωστε?

Τον ζήλευε παράφορα. Τον θεωρούσε κτήμα της και τμήμα της. Όχι αγάπη...κάτι άλλο. έλεγε το χέρι του χέρι της και το κορμί του κορμί της. Την χώρισε γιατί τον πίεζε λέει και τώρα βολτάρει με μια ξανθιά εκείνος. Εκείνη πέθανε. Μέσα της. Πέθανε.


Πήρε το μπουζούκι που είχε αφήσει στον καναπέ, τα κλειδιά από το τραπεζάκι που έκαιγε το καντήλι και έφυγε. Περπατούσε αργά για εκείνον, γρήγορα για όσους τον έβλεπαν. Έφτασε, έκατσε στο μάρμαρο και άρχισε να βρίζει .... μαλάκα! Με παράτησες μόνο μου! μετά τραγούδι.... "μες τη ζωή τα μπλέξαμε κι είμαστε παραβάτες..." Μαλάκα. Με άφησες μόνο μου.


Χαμογέλασε στον καθρέφτη. Ωραία μάτια. Ωραίο κορμί. Καλή είναι και σήμερα. Τύλιξε ένα χρωματιστό φουλάρι στο λαιμό. Έμεινε να στέκεται για λίγο. Ήθελε να το σφίξει γύρω από το λαιμό της δυνατά. Ήθελε να μπορούσε, να είχε τη δύναμη να πνίξει το μέσα της. Αλλά όχι. Φυσικά δεν την είχε. Έβαλε κραγιόν και έφυγε για τη δουλειά.

Κράτησε το νιπτήρα με τα χέρια της. Πίεζε το κορμί της πάνω του και κοίταγε στον καθρέπτη. Κοίτα τι σου είναι μισό κιλό ρακί... δεν γνωρίζεις τον εαυτό σου. Έμεινε για λίγο να κοιτάζει μια ξένη. μετά σκούπισε τα μάτια της προσεκτικά, να μη φύγει το μολύβι και βγήκε στο μαγαζί που ήταν γεμάτο κόσμο. Σκούντηξε το μέσα της... "έλα κυρία άγνωστη! χαμογελάμε τώρα!"


16 Ιουλ 2011

Σε λίγο.

Είμαι ξυπόλυτη και περπατάω… κοιτάζω χαμηλά, σαν το βάρος στο κεφάλι μου να μην αντέχεται και βλέπω μόνο τη γη… βλέπω τα πέλματα μου να κάνουν βήματα. Αργά. Σταθερά. Αν κοιτάξω λίγο πίσω, βλέπω και τα χνάρια μου.

Ακούω τον ήχο μου αλλά και άλλά και άλλους… άλλους ανθρώπους να γελάνε, να κλαίνε να παίζουν να …ζουν. Νιώθω. Νιώθω και τον ουρανό επάνω μου. Τον φαντάζομαι γαλάζιο με μερικά αδύναμα άσπρα σύννεφα. Είμαι τόσο βέβαιη, που δεν κοιτάζω να το επιβεβαιώσω και κάπως έτσι πορεύομαι…

Μετά τα βήματα μου αρχίζουν να γίνονται πιο γρήγορα… μου αρέσει! Και η βουή του κόσμου είναι ακόμα εκεί όμως έτσι όπως αναπτύσσω ταχύτητα είναι ακόμα πιο μπερδεμένοι οι ήχοι που βγάζουν και πριν το καταλάβω, τρέχω.

Γρήγορα… και πλέον η βοή δεν έχει σημασία. Ότι κι αν είναι. Δεν έχει σημασία και τρέχω …. Τρέχω και μετά νιώθω το αδιέξοδο. Μια φωνή με σταματά. Και τα πόδια μου καίνε γιατί είναι ακίνητα και το αδιέξοδο δεν το βλέπω μόνο την φωνή ακούω να μου το περιγράφει και την ψυχή μου να μου λέει πως έτσι είναι.

Και πάλι κοιτάω τα πέλματα μου που πλέον είναι σταθερά. Ακίνητα. Και το βλέπω. Και το νιώθω. Τις ψιχάλες μια βροχής δίπλα μου. «Μα ο ουρανός μου είναι γαλάζιος» σκέφτομαι και κάνω να συνεχίσω όμως δεν μπορώ. Τα πόδια μου δέσανε με το χώμα. Και κάνω να κοιτάξω πίσω και βλέπω τα χνάρια μου να τα σβήνει η βροχή. Σαν να μην περπάτησα. Να μην έτρεξα ποτέ. Και η βροχή δυναμώνει και γίνεται μπόρα σαν ένα κορίτσι που γίνεται γυναίκα. Με τόση δύναμη να με χτυπάει και εγώ ακόμα να νομίζω πως ο ουρανός μου είναι γαλάζιος.

Βάζω λίγη παραπάνω δύναμη και σηκώνω το κεφάλι. Και βλέπω τον ουρανό μου γεμάτο γκρι σύννεφα και από πίσω δυο φεγγάρια…. Η βροχή να με κάνει μούσκεμα και το πρόσωπό μου να μοιάζει με κάποια που ξέρω… που ξέχασε να ξεβαφτεί και οι σταγόνες τις βροχής - που μοιάζουν με δικά της δάκρυα - έφτιαξαν μαύρες ρωγμές στο δέρμα.

6 η ώρα. Χτυπάει το ξυπνητήρι. Σε λίγο θα είναι σαν να μην έτρεξα ποτέ. Σε λίγο.



26 Ιουν 2011

παπούτσια

Και μετά, ήρθαν οι αλλαγές..
Η μια μετά την άλλη... να ταρακουνάνε τον μικρόκοσμο της...αυτές των 10 ρίχτερ απλά την διέλυαν.. συντρίμμια να μαζέψεις και τέτοια... αλλά.. αλλά..

Για φαντάσου... μέσα από την καταστροφή, έρχεται η μέρα που εξουθενωμένος από την προσπάθεια του να τα ξαναχτίσεις όλα από την αρχή, κάθεσαι στην άκρη του μικρόκοσμου σου και να... είναι όλα καινούρια. Όλα. Πιο γερά θεμέλια, πιο όμορφα και περιποιημένα όλα. Όλα.

Αυτά ισχύουν αν φυσικά παραδεχθούμε ότι ο καθένας ζει στον κόσμο του.
λοιπόν... το παραδέχομαι!

Ψάχνω να βρω και το κέντρο του. Και μπερδεύομαι και μένω να περιστρέφομαι γύρω από τον άξονα μου, προσπαθώντας να ισορροπήσω. Αν έχω ένα δικό μου κόσμο, τι είναι αυτό που
είναι τόοοοσο σημαντικό που να γίνει το κέντρο του?

Υπάρχει δηλαδή η πιθανότητα να έχω πολλά κέντρα ή είναι υποχρεωτικά ένα??

Καιιιιιι.... οι δώδεκα πόντοι πάνε στα .... παπούτσια μου!
Αφού πρέπει να βρω το κέντρο, αυτό είναι τα παπούτσια μου. το πιο σημαντικό πράγμα ever! όπου με πάνε.... Πειράζει που το κέντρο μου κάνει βόλτες?
Μπα...

«Ονειρεύομαι πράγματα που δεν έχουν ποτέ υπάρξει - και μετά λέω στον εαυτό μου: Γιατί όχι;».
George Bernard Shaw

25 Ιουν 2009

Απώλεια

Είμαι στη δουλειά....
Κάθομαι πίσω από τον πάγκο της reception και μια κυρία μου ζητάει να πληρώσει το δωμάτιο.
Μου κάνει εντύπωση η σκοτεινιά στα ρούχα της. Παρ' όλα αυτά, χαμογελάει.
Ψάχνει να συμπληρώσει το ποσό με κάτι κέρματα. Βρίσκει μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία ταυτότητας.
΄Αλλάζει το πρόσωπό της.
Φεύγει το χαμόγελο.
Ξαφνιάστηκε πραγματικά. Μάλλον η θέση της ΄φωτογραφίας ήταν αλλού.
Άρχισε να κλαίει. Σιωπηρά όμως. εκείνο το βουβό το κλάμα....
Αυτά....

Με συγκίνησε..

4 Ιουν 2009

Λόγια

Είμαι σε ένα internet cafe. Πανικός... "Ο" πανικός! Πιτσιρίκια χαμένα σε παιχνίδια που μα το θεό, ποτέ μου δεν κατάλαβα, κάπνα, δυνατή μουσική να μην μπορείς να μιλήσεις, να μην μπορείς να ακούσεις... δεν είμαι σίγουρη να σου πω...

Έχω σκεφτεί αμέτρητα πράγματα που θέλω να γράψω. Πριν έρθω.
Αυτή τη δεδομένη στιγμή, δεν μπορώ να ανακαλέσω κανένα...

Πάντως, έτσι για να έχουμε να λέμε δηλαδή, όσο μπαίνει το καλοκαίρι, όλα γίνονται ακόμα πιο όμορφα. Φυσικά και μας χαιρετάει στη γωνία, η ησυχία του χειμώνα αλλά οκ... όμορφα είναι...

Πολλή θάλασσα.... πολλά μπάνια, καινούργια δουλειά,καινούργιοι άνθρωποι... τι άλλο θες?

ΤΙ ΑΛΛΟ ΘΕΣ???

Έχεις σκεφτεί ότι υπάρχουν άνθρωποι που απλά χρειάζονται κάτι... ένα θέμα να τους απασχολεί και να κρατάει ταυτόχρονα την ισορροπία.. έτσι, για να έχουν την δική τους, περίεργη και εγωκεντρική έννοια της ευτυχίας..?
Μπορεί να κάνω λάθος...

Τι χρειάζεται για να κάνεις κάποιον άλλον άνθρωπο, ευτυχισμένο?
Αυτή είναι η απορία μου σήμερα... και κάτι άλλο, πόσο τρελός μπορεί να είσαι για να πιστεύεις ότι κάνοντας ένα άλλο πρόσωπο να αισθάνεται καλά, μπορείς να κλέψεις λίγη από την ομορφιά, την αίγλη της στιγμιαίας ευτυχίας?

Πόσο τραγικό είναι να έχεις μπροστά σου, σαν συστατικά μιας εξωτικής συνταγής, όλα τα υλικά που νόμιζες ότι χρειάζονται σε σένα για να νιώσεις ευτυχισμένη, να κάνεις όλες τις μίξεις, όλες τις κινήσεις που υπαγορεύει η πολύπλοκη συνταγή που εσύ κάποια στιγμή του χρόνου επινόησες, αλλά τελικά, κάτι να κόβει και ακόμα και η γεύση που αυτό σου αφήνει, να μην σε ικανοποιεί....

Σημαίνει ότι εξελίχθηκες?
Σημαίνει ότι μαθαίνεις?
Να παρηγορήσω τον εαυτό μου??

Δεν ξέρω αν σε ρωτάω να μου πεις κάτι... δεν ξέρω αν ρωτάω εμένα να μου πω κάτι... δεν ξέρω τι ξέρω... ξεχνάω τι έμαθα.... ξεχνάω τον δρόμο που με έφερε εδώ αν και δεν τον χρειάζομαι ουσιαστικά αφού, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν θέλω να γυρίσω πίσω.

Όταν ονειρεύεσαι ένα περίεργο τύπο εκδίκησης ,αλλά ακόμα και τότε δεν είσαι σίγουρη ότι ο άλλος την δικαιούται πραγματικά. Αναρωτιέσαι ακόμα μήπως τελικά, εσύ έφταιξες... αυτό σε κάνει κακό άνθρωπο? Μαλάκα μήπως??

Το βρήκα... εγωιστή σε κάνει... νομίζω δηλαδή...

Βγάζεις άκρη με αυτά που γράφω??

Πόσα κύματα πρέπει να συναντήσεις στα ανοιχτά για να σου περάσει η ιδέα του πιθανού πνιγμού? Πόσα κύματα στα ανοιχτά πρέπει να συναντήσεις για να παραδεχθείς, ότι δεν μπορείς να ελέγξεις τα πάντα. Να δεχθείς ότι κάτι, είναι πιο δυνατό από σένα και να το σεβαστείς. Ίσως να σηκώσεις το κεφάλι σε μια τελευταία απόπειρα να επικοινωνήσεις με τον Θεό, να τον παρακαλέσεις να σε σώσει.... Πόσα κύματα??

Αυτά.

Τα λέμε....

14 Αυγ 2008

Πριγκιπέσα

Καθισμένος σε ένα από τα μικρά τραπεζάκια του καφενείου, έπινε το ουζάκι το μεσημεριανό που λένε εδώ στη Μεσσηνία, μαζί με κάνα δυο ακόμα 25άρηδες φίλους του.

"Φυσάει. Είναι ο καιρός έτσι χάλια τελευταία. Οι ελιές δυσκολεύονται να κρατήσουν τους καρπούς τους. Τόσο δυνατά, φυσάει φέτος. Με βλέπω να μη χρειάζομαι τελικά εργάτες για το ράβδο. Μόνος μου θα τα καταφέρω μια χαρά. Αν βρω δηλαδή, καρπό να μαζέψω έτσι όπως το πάει τούτος ο Οκτώβρης. Δε κοτάμε ούτε από το καφενείο να βγούμε. Και που να πάμε δηλαδή... Στα κτήματα, θα μας πάρει και θα μας σηκώσει ο άνεμος!"

- Μα το θεό ρε Παντελή, τέτοιο πράμα δεν έχω ξαναδεί και κοντεύω 6 χρόνια στο χωριό.
- Μικρός είσαι Πέτρο. Έχουν πολλά να δουν τα μάτια σου. είπε ο καραφλός, σχεδόν, καφετζής και χώθηκε ξανά πίσω από τον πάγκο του.

- Ει, Παντελή, πιάσε ένα ουζάκι ακόμα, να πιούμε με τα παιδιά και να φύγω. Περιμένω κόσμο σήμερα από Αθήνα.

Ήπιε το ούζο και σηκώθηκε να φύγει για το σπίτι.

-Άντε, καλό μεσημέρι παιδιά!
-Τους χαιρετισμούς μας στη Πριγκιπέσα, Πέτρο. Να μας την προσέχεις! πετάχτηκε ο Νίκος από την διπλανή παρέα.

Τον κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε.

-Θες αλήθεια, να της τα μεταφέρω αυτά Νικόλα? έκλεισε το μάτι, σε ένα Νίκο κόκκινο από ντροπή και με ένα δυνατό "Γειααα" άφησε τον χώρο.

Α ρε αδερφή, τι τους έχεις κάνει και είσαι σε ολονών τα όνειρά? Γέλασε με τις σκέψεις του και πήρε να καλωσορίζει τον Τάσο, που μόλις έφτασε από Αθήνα. Τον "ΕΝΑ" της αδελφής του. Υπήρξε για τον Πέτρο, μεγάλος αδελφός και καλός φίλος και προστάτης και δάσκαλος και από όλα! Τον καιρό που ήταν ακόμα στην Αθήνα. Τον καιρό που ακόμα είχε σχέδια για την Πριγκιπέσα και εκείνη για τον Τάσο. Αγάπη μεγάλη υπήρχε και ακόμα υπάρχει δηλαδή αλλά... αλλά σχεδόν 5 χρόνια έχουν να δουν ο ένας τον άλλο. Εγωισμός. Αν ο Τάσος πάντως, δεν έκανε το βήμα να έρθει να τους δει στο χωριό, η Πριγκιπέσα, δεν θα έριχνε τα μούτρα της με τίποτα. Τι θηλυκό! Να χτυπάει το κεφάλι της στον τοίχο από την ανάγκη κάποιου και παρόλα αυτά, να μην κάνει το παραμικρό. Μόνο να σιάνει τα μαλλιά της, να μην καταλάβει κανείς πως κοπανιότανε στους τοίχους.

Τον έμπασε στο σπίτι και του έδειξε το δωμάτιο του. Μόνο αφού τελείωσαν το φαγητό με τη μάνα και τις άλλες 2 αδελφές του Πέτρου, τόλμησε ο Τάσος να αναφέρει την Πριγκιπέσα. Γέλασε κρυφά ο Πέτρος μέσα του και του απάντησε πως θα την βρούνε το βράδυ σε ένα ταβερνάκι- στέκι τους. Είναι ακόμα στη δουλειά.


Ο άνθρωπος, σχεδόν είχε γδάρει τα καθίσματα του αυτοκινήτου από την ανυπομονησία. Τσιτωμένος καθόταν στη θέση του συνοδηγού και ο Πέτρος τον κοιτούσε και δεν το πίστευε...

- Χαλάρωσε ρε μαλάκα και θα μου χαλάσεις το αμάξι! Δε μου λεγες, να πάρω το αγροτικό καλύτερα???

Χαμογέλασε απολογητικά και πήρε τα χέρια από το κάθισμα, ο Τάσος.

Στεκόντουσαν έξω από το μαγαζί και όταν άκουσε το γέλιο της από μέσα,πάγωσε. Μπήκε μπροστά ο Πέτρος και άνοιξε την πόρτα.

Μια παρέα με 5 περίπου άντρες καθόταν γύρω της. Εκείνη φορούσε ένα μαύρο φόρεμα. Τα μαλλιά της λυμένα, να καλύπτουν την πλάτη μέχρι χαμηλά τη μέση, φώτιζαν το δωμάτιο. Τα μαλλιά και τα μάτια της. Και το χαμόγελο. Ναι, και το χαμόγελό της. Έπαιζε μουσική λαϊκή και κάποιος από το βάθος φώναξε "Σπάστα Πριγκιπέσα μου!"

Εκείνη τράβηξε μια τζούρα από το τσιγάρο της και το έδωσε σε εκείνον που καθόταν δίπλα της να το κρατά. Σηκώθηκε αργά και έπιασε μια γωνία από το τραπεζομάντιλο. Περπατούσε αργά και τόσο, μα τόσο ερωτικά προς την πίστα, με τα ποτήρια και τα πιάτα να σπάνε πίσω της, καθώς κρατούσε ακόμα εκείνη την γωνία από το τραπεζομάντιλο. Τόσο φυσικό και για κείνη μα και για τους άλλους... σαν να το έκανε κάθε μέρα... όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω της... κυρίως στις μαύρες της ,τις γόβες που πατούσαν τα γυαλιά ....
Ξεκίνησε το τραγούδι και εκείνη άφησε το το κομμάτι ύφασμα. Άρχισε να χορεύει....γυναίκα τραγουδάει, γυναίκα χορεύει.

"Μέχρι να γίνουμε άγγελοι, να βγάλουμε φτερά"....

Όλο το μαγαζί να την κοιτάζει... εκείνη με τα μάτια κλειστά, να κινείται σε ρυθμούς που ο Τάσος ποτέ δεν την είχε δει να κινείται. Με μια απλότητα και έναν αισθησιασμό πρωτόγνωρο... Ο χώρος γεμάτος από την ουσία της. Είχε μείνει αποσβολωμένος να κοιτάζει μια γυναίκα που έμοιαζε με κάποια... έμοιαζε με την Ελένη... την Ελένη του, μα όλοι τη φώναζαν Πριγκιπέσα..

Ο Πέτρος τον κοιτούσε να κοκκινίζει και να τα έχει χαμένα. Έσκυψε στο αφτί του και του είπε..

- Άκου αδελφέ, το ξέρεις πως είναι γυναίκα όμορφη και άνθρωπος καλός... όταν ήρθαμε εδώ, όλοι την αγάπησαν. Μέσα στα 6 αυτά χρόνια, μου την έχουν ζητήσει, 32 από τα πιο καλά και πιο πλούσια παιδιά της περιοχής. Σε όλους είπε όχι. Για αυτούς εδώ ,που την κοιτάνε, εσύ δεν είσαι ο Τάσος, είσαι ο "ΕΝΑΣ". Ναι, ναι, έτσι σε ξέρουν. Κάθε που μου τη ζήταγαν, πήγαινε η Πριγκιπέσα και τους έπιανε και τους μιλούσε και έλεγε σε όλους τα ίδια. Αυτά..
" Καλός είσαι και καλός άντρας θα γίνεις, όχι όμως για μένα. Μια οικογένεια για να πετύχει θέλει υποχωρήσεις και κατανόηση και αυτό σημαίνει αγάπη. Εγώ, έτσι, μόνον "ΕΝΑ" άντρα αγάπησα και άλλον δεν θα αγαπήσω αρκετά, για να μπορώ να του δώσω αυτά που μια οικογένεια χρειάζεται. Σε θέλω ευτυχισμένο και δεν μπορώ να σε κάνω."
Μετά από τις 5 πρώτες απορρίψεις, συνέχισε ο Πέτρος, της το κολλήσανε και έμεινε. Πριγκιπέσα. Όχι σαν εκείνες τις ακατάδεχτες τις ψυλομύτες, μα σαν εκείνες που στέκονται στα ψηλά των κάστρων παραθύρια και ενώ θέλουν να κατέβουν να αγγίξουν τον Πρίγκιπα, δεν μπορούν γιατί, πόρτες ο Πύργος δεν έχει. Τέτοια Πριγκιπέσα και η Ελένη μας, στον πύργο που μόνη της έφτιαξε για εκείνη...

Ο Τάσος έκλαιγε και το τραγούδι τελείωσε και εκείνη γύρισε προς το μέρος τους και τον κοίταξε στα μάτια και το μαγαζί έναν ψίθυρο έβγαζε... ο "Ένας" ο "Ένας" και εκείνη τον πήρε αγκαλιά όπως παλιά και του χάιδεψε τα μαλλιά και του ψιθύρισε "Καλωσήρθες"...


ΥΓ. Ελπίζω να είστε όλοι πολύ πολύ καλά! Να περνάτε καλά, να κάνετε μακροβούτια και να χαμογελάτε! Όπως θα καταλάβατε, έχω γυρίσει στην προσχολική ηλικία :P Παραμυθάκια λοιπόν, να γιάνουν οι πληγές... ελπίζω μέχρι να χρειαστεί να επανέλθω στους κανονικούς μου ρυθμούς, να έχω συνέλθει! Πέρασα βλέπετε από την τελευταία ανάρτηση πολλά...:P
Σας ευχαριστώ για τα σχόλια και τις επισκέψεις. Όλους! Επίσης υπόσχομαι να σας επισκεφθώ με την πρώτη ευκαιρία...
Φιλιά σε όλους! Από τα δικά μου, τα τρελά, τα αλλοπαρμένα... Να είστε καλά!

30 Ιουν 2008

Πάσο...




Είχε περάσει κάμποσες φορές από το μυαλό της αυτό το ταξίδι, μα πάντοτε το ανέβαλε. Δεν ένιωθε πως είχε έρθει ακόμα η ώρα να γνωρίσει την Θεσσαλονίκη. Γιατί ο κάθε τόπος, έχει τις δικές του ανάσες, τις δικές του ιστορίες και αναμνήσεις και πρέπει να τον σέβεσαι. Πρέπει να σε καλέσει κοντά του. Άκουγε μόνο για εκείνη. Όμορφη την λέγανε...
Πριν μια σχεδόν εβδομάδα, είχε γνωρίσει τον Θόδωρο. Και κάτι έγινε. Από το πουθενά. Εκείνος μαζεμένος πολύ. Της έκανε εντύπωση που δεν μπορούσε να τον ψυχολογήσει.. από την εμπειρία της, είχε μάθει να προσέχει τους ανθρώπους που δεν έχουν καθάριες αντιδράσεις, αβίαστες. Να φυλάγεται από εκείνους που μετράνε τις λέξεις , που σκέφτονται πολλές φορές πριν μιλήσουν γιατί, η αλήθεια είναι ουσία λεπτή... με την πολύ επεξεργασία, χάνετε από τις λέξεις...
Έτσι ήταν ο Θόδωρος. Όχι όμορφος, μα με έναν αέρα αλλιώτικο που την τραβούσε κοντά του. Πρώτη φορά που χρειάστηκε να μιλήσει σε άνθρωπο, αποκλειστικά και μόνο με τα μάτια και τις κινήσεις του σώματος... και εκείνος έτσι της μιλούσε και παρόλο που η Ελπίδα ένιωθε πως συναινοούνταν απόλυτα, υπήρχαν και εκείνες οι φορές, που το αμφισβητούσε. Που έμπαινε στον πειρασμό να πιστέψει πως όλα ήταν δημιούργημα της φαντασία της. Και εκείνες τις στιγμές, παλλόταν ολόκληρο το είναι της, γιατί η ψυχή, το ψέμα το νιώθει... το ξεχωρίζει...
Τέσσερις μόλις μέρες μετά την αναχώρηση του Θόδωρου, η Ελπίδα ήταν στο τρένο. Βραδινή κλινάμαξα για Θεσσαλονίκη. Τα χαράματα θα ήταν εκεί. Ξάπλωσε στην κουκέτα και βυθίστηκε στον ρυθμικό ήχο του τρένου πάνω στις ράγες... έτσι πρέπει να είναι όλα... σκέφτηκε ρυθμικά να ξεκινάνε με ταξίδι...
Ένιωσε το βαγόνι να ακολουθεί τη μηχανή και έκλεισε τα μάτια της. Το επόμενο πράγμα που θα έβλεπε, θα ήταν η Θεσσαλονίκη. Αποκοιμήθηκε...
Πέντε και τέταρτο, ο εισπράκτορας άρχισε να φωνάζει και να χτυπά ένα κλειδί σε κάθε καμπίνα. Να ξυπνήσει ο κόσμος. Ξύπνα σου λέω... φτάσαμε!
Στον διάδρομο δεν υπήρχε κανείς, πέρα από τους συνταξιδιώτες της και μια γιαγιά, σε ένα παγκάκι. Φορούσε μαύρο μαντίλι στα μαλλιά και κοιτούσε, τα σταυρωμένα χέρια της. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν για λίγο και η Ελπίδα χαμογέλασε ταυτόχρονα με την γιαγιά. Την χαιρέτησε με μια κίνηση του κεφαλιού της και πήρε να ψάχνει την έξοδο.
Ο Θόδωρος κατευθυνόταν προς το μέρος της. Ναι... ωραία η Θεσσαλονίκη..
Ίσα που ξεκίνησε να φωτίζει η μέρα όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο και έκαναν μια βόλτα στην πόλη που αργοξυπνούσε ακόμα. Λευκός πύργος, παραλία, πανεπιστήμια, λιμάνι, πύργος του ΟΤΕ.. εκείνος να παρουσιάζει έναν κόσμο γνωστό και ταυτόχρονα καινούργιο, και εκείνη να ρουφάει άπληστα κάθε λεπτομέρεια.. κάθε εικόνα... Ξεκίνησαν για Τούμπα. Εκεί θα έπιναν καφέ... στο σπίτι του Δημήτρη.
Πόσα έλεγαν τα μάτια του... Θεέ μου πόσα... η ανάσα του.. και όμως τα χείλη, λέξη δεν είπαν.. Ήθελε να βάλει τα κλάματα. Γιατί το έκανε αυτό?Ήλπιζε εκείνη, να χαλαρώσει κάπως... μπορεί στην παραλία που είχαν σκοπό να πάνε το μεσημεράκι να ήταν καλύτερα... μπορεί να φταίει το ξύπνημα το πρωινό...μπορεί, μπορεί, μπορεί.. μπορεί να μην αισθάνεται τίποτα γι σένα ξεκόλλα επιτέλους!Φώναζε στον εαυτό της. Σου αρέσουν τα δύσκολα.. για αυτό σκαλώνεις... δεν θα τραβούσε την προσοχή σου αν δεν ήταν τόσο ... τόσο απροσδόκητα οικείος.. και έπειτα έπιανε πάλι τον εαυτό της να τον χαζεύει....
Έτσι πέρασαν τέσσερις μέρες... μόνο στον ύπνο δεν ήταν μαζί αλλά και πάλι... τίποτα δεν είπε... τίποτα. Η Ελπίδα, του έδειξε... προσπάθησε δηλαδή , να του δώσει να καταλάβει τι ακριβώς αισθάνεται και εκείνος, έμοιαζε να καταλαβαίνει τα πάντα αλλά παρ όλα αυτά να μην κάνει καμία απολύτως κίνηση... πόσο την είχε μπερδέψει... ήθελε να τον πάρει αγκαλιά... ήθελε να την φιλήσει μέσα στη θάλασσα... Παράνοια. Από τη μία ναι, μα από την άλλη όχι...
Το τελευταίο βράδυ τους δίπλα στη θάλασσα, είχε έναν ουρανό γεμάτο αστέρια... σχεδόν να βρέχει αστέρια... ξαπλωμένοι και οι δύο στην αμμουδιά, να κοιτάζουν ψηλά... και όλα όσα είχε εκείνη ονειρευτεί για ένα βράδυ σαν κι αυτό, δεν συνέβησαν ποτέ...
Η επιστροφή ήταν άτσαλη... μα δεν θέλει και πολύ να το καταλάβει κανείς... το τρένο γεμάτο ... στριμωγμένη στο λεωφορείο, έφτασε σε λημέρια γνωστά... Αθήνα. Εκείνος στο μυαλό της ακόμα. Πάσο... ψιθύρισε.. δική σου η επόμενη κίνηση...
Στην αναμονή..




6 Ιουν 2008

Απλά άκυρο...

Πάει ένας ολόκληρος χρόνος από τότε που χώρισε με τον Βασίλη. Πότε πέρασε, ούτε η ίδια δεν κατάλαβε... Πριν κάνα μήνα, γνώρισε τον Παντελή. Την έκανε να γελάει. Έτσι απλά και αυτό μόνο. Θεώρησε πως ήταν καιρός να προχωρήσει..

Με τον Βασίλη ήταν μαζί από παιδιά. Σκανταλιές και πρωτιές της ζωής, μαζί τις περάσανε... Έζησαν πολλά. Απόσταση, τσακωμούς, ναρκωτικά, μπελάδες γενικότερα.. Έζησαν και από τα άλλα όμως... αγάπη, πάθος, δύναμη, τρέλες, ταξίδια, τσαχπινιές, καλό κρεβάτι... σαν να ήταν πραγματικά κομμάτι ο ένας του άλλου. Η Ευτυχία, μια θεωρούσε μαγικό, σημάδι πες, το ότι ταίριαζε απόλυτα ο ένας στα κενά του άλλου, μια πίστευε ότι μεγάλωσαν μαζί και τα σώματα τους διαμορφώθηκαν έτσι. Για να ταιριάζουν απόλυτα. Σαν ένα περίεργο παζλ. Αν μια λέξη έπρεπε να πει για να περιγράψει τους δυο τους, την λέξη ένταση θα χρησιμοποιούσε Περιέγραφε όλες τους τις κοινές στιγμές... Ένιωθε άλλοτε ότι είχε άντρα δίπλα της, άλλοτε παιδί. Μωρό παιδί. Εντάξει... δεν γινόταν ποτέ, τις κατάλληλες στιγμές αυτό. Όταν μιλούσαν σοβαρά για παράδειγμα, ο Βασίλης γινόταν παιδί. Από το παυθενα. Και ήθελε εκείνη να τον πάρει αγκαλιά. Να του πει ότι όλα θα πάνε καλά. Ήξερε τις σκιές του. Του προσώπου του. Ήξερε και εκείνος τις δικές της. την καταλάβαινε όταν "έφευγε" και της έκανε χώρο...όταν ταξίδευε, ενώ δεν έπρεπε, όταν παρασυρόταν από τις λέξεις και άφηνε το μυαλό της ελεύθερο, την ταρακούναγε. Την έφερνε στη γη. Μπορούσε να το κάνει αυτό. Τον ευχαριστούσε για αυτό. Τα "ταξίδια της", ήταν ατελείωτα κάποιες φορές και μόνο εκείνος ήξερε πότε πρέπει να την επαναφέρει. Πότε ήταν το "αρκετά. μέχρι εδώ αυτή τη φορά"... Το μυαλό της ο Βασίλης, μπορούσε να το ελέγξει. Όχι επειδή ήταν καιρό μαζί. Όχι για αυτό... απλά μπορούσε να διαβάζει ο ένας τον άλλο. Εύκολα. Βάσανο είναι αυτό. Και για τους δύο ήταν βάσανο...

Τον Παντελή τον γνώριζε καιρό. Δεν τον είχε προσέξει ποτέ έτσι. Ένα βράδυ βγήκαν με μια κοινή τους παρέα και μέθυσαν. Πήγε εκείνη να πλύνει τα χέρια της και ο Παντελής την κόλλησε στον τοίχο και την φίλησε. Ακόμα και μέσα στο μεθύσι της, μπορούσε να καταλάβει οτι το φιλί του ήταν άτσαλο. Άμαθο... Με πάθος συσσωρευμένο. Ξεκίνησαν να περνάνε χρόνο μαζί. Δεν της πήρε καιρό να καταλάβει, ότι πρόκειται για έναν πολύ ντροπαλό και συναισθηματικό άνθρωπο. Αυτά ήταν, ξένα χωράφια για την Ευτυχία. Μπορούσε να κουμαντάρει την ένταση, με την ψυχραιμία της αλλά την απόλυτη γαλήνη, δεν μπορούσε να την χειριστεί. Γινόταν νευρωτική ώρες ώρες. "Παλία κουσούρια" συνήθιζε να λέει. Με τον Παντελή, έκανε όλα όσα ήθελε να κάνει. Ατελείωτους περιπάτους, ήρεμες αγκαλιές. Την κοιτούσε στα μάτια και πόσες φορές την κυνηγούσε στα μονοπάτια του μυαλού της. Έτρεχε από πίσω της. Της έλεγε να του εξηγεί. Στην αρχή το έκανε. Μετά κουράστηκε. Κάποια στιγμή, ανάμεσα στα γέλια τους, της είπε να μην απομακρύνει το βλέμμα της. Να μην "φεύγει" όπως συνήθιζε πολλές φορές. Να μην το κάνει γιατί τον φοβίζει. Και το έβλεπε πως της έλεγε αλήθεια, μα δεν μπορούσε να το ελέγξει. Εκείνος σώπαινε όταν ξεκινούσε. Μια φορά μάλιστα έφυγε. Απλά έφυγε... Πόσο παράξενο φάνηκε αυτό στην Ευτυχία. Την έκανε να γελάει ο Παντελής. Με την αθωότητα που κουβαλούσε, παρά τα χρόνια του... Με τον τρόπο που την κοιτούσε περιμένοντας την επόμενη λέξη της. Προσπαθούσε να της επιβληθεί στο κρεβάτι. Να την αγαπήσει κιόλας ταυτόχρονα. Μα δεν ήξερε πως και εκείνη του έδινε χρόνο... Τραγούδαγε κιόλας... της ψιθύριζε στίχους ο Παντελής...

Διαφορετικοί. Αυτό ήταν οι δυο τους. Διαφορετικοί.. Χαμένοι στο πριν, το τώρα, το μετά.
Η Ευτυχία, η παράξενη γυναίκα με το όλο υποσχέσεις όνομα, ήταν στην μέση. Στη μέση του δρόμου της. Διασταύρωση και πίσω δεν μπορούσε να γυρίσει. Όχι ότι έπρεπε να διαλέξει. Δεν θα το έκανε ούτως η αλλιώς. Μα τι είναι αυτό που μας κυριεύει ώρες ώρες... Τι είναι αυτό που μας ταρακουνάει από τις βολικές θέσεις μας στο μπαλκόνι της ζωής?
Αν η μόνη λύση για να ξεκουνηθούμε, είναι να πέσει το μπαλκόνι, άστο να πα να γαμηθεί... Και κάτι άλλο. Γιατί όλοι λένε ότι ο χρόνος είναι γιατρός? Τι σημαίνει η εντολή "πάρε λοιπόν μια απόφαση"? Πως καταλαβαίνεις ότι ξεπέρασες κάποιον, ενώ ταυτόχρονα τον αγαπάς? Πρεπεί να μισήσεις για να σταματήσεις να σκέφτεσαι? Πως καταλαβαίνεις ότι ερωτεύτηκες? Φτάνουν δυο χαμόγελα? Δυο μουδιάσματα του κορμιού, ίσως?
Ποιος βάζει τους κανόνες τελικά και... υπάρχουν "πίστες" στην ζωή???

7 Μαΐ 2008

Για το γαμώτο!

Ο γεροξεκούτης!Τα έβαλε μαζί της. Καλά να πάθει. Του άξιζε!
Δύο χρόνια δούλευε για αυτόν και είχε ανεχθεί τα πάντα. Από το να του φτιάχνει καθημερινά τον καφέ του μέχρι και τα πονηρά σχόλιά του. Τα τηλέφωνα στη μέση της νύχτας για ερωτήσεις που μπορούσαν να περιμένουν όχι μέχρι το πρωί αλλά και για μέρες ολόκληρες.
Κάποια στιγμή βρήκε κάποια καλύτερη δουλειά, άρπαξε την ευκαιρία και σηκώθηκε και έφυγε από το μικροσκοπικό και βρώμικο γραφείο του Πειραιά
Το πρωί μίλησαν στο τηλέφωνο για τα λεφτά που της χρωστούσε. Είχαν περάσει πέντε ολόκληροι μήνες από τότε που έφυγε και απλά είχε κουραστεί να περιμένει τα λεφτά της. Αυτά που εκείνη είχε δουλέψει!Δεν ήταν τόσο η ανάγκη για το υπόλοιπο των πεντακοσίων ευρώ. Το γαμώτο ήταν. Τέλος πάντων! ο γέρος το έπαιξε δύσκολος στο τηλέφωνο ότι τάχα μου δεν έχει μια και οι άλλες υποχρεώσεις του, δεν μπορούν να περιμένουν. "Πως κάνεις έτσι για πεντακόσια ευρώ?" της είπε, και το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της! Δεν έπαιρνε ευγένεια η κατάσταση. "Μέχρι το μεσημέρι, τα λεφτά μου! αλλιώς θα έρθω να τα πάρω προσωπικά!" έτσι του είπε. "Να πα να γαμηθείς" ήταν η απάντηση του και μετά ήρθε το κατέβασμα του ακουστικού.

Τόλμησε να την αγγίξει ο μαλάκας! Τόλμησε να σηκώσει χέρι πάνω της! Σήκωσε το γυάλινο τασάκι εκείνη και έσπασε την τζαμαρία. Πήρε τζάμι από το πάτωμα και του το έχωσε στο σβέρκο όταν εκείνος γύρισε να πάει στο γραφείο του. Ακόμα και στα τελευταία του τη δυσκόλεψε ο γέρος. Του έδωσε μια σπρωξιά με το πόδι και τον έριξε στην ήδη σπασμένη τζαμαρία. Ευτυχώς ήταν οι δυο τους στο γραφείο.
Πονούσε το χέρι της. Κόπηκε και εκείνη με το τζάμι. Με τα μάτια ανοιχτά ο γέρος, σαν να την κοιτούσε ήταν. Και την τσίτωνε πιο πολύ ακόμα!
Κάθισε στη δερμάτινη καρέκλα και άναψε τσιγάρο. Πήρε ένα ποτήρι και έβαλε ουίσκι. Ο γέρος είχε το δικό του πάνω στο γραφείο, στη μέση πια, όπως κάθε μέρα άλλωστε! Ήρεμα πήρε το εκατό και δήλωσε ατύχημα. "Γρήγορα!!! γρήγορα ελάτε, φέρτε και ασθενοφόρο.. νομίζω ζει!"
Και τώρα περίμενε! Πόλεμος γινόταν μέσα της! Πάντα πίστευε στο Θεό. Ποτέ δεν είχε βλάψει κανέναν μα εκείνος... εκείνος ο γέρος την χτύπησε. Πως τόλμησε!! Ούτε ο πατέρας της δεν την είχε αγγίξει ποτέ!
Ήρθαν και οι αστυνομικοί. Υιοθέτησε ένα βλέμμα κενό. Τους είπε ότι τα είχε κοπανήσει ο γερός και ενώ έπιναν ακόμα ένα ποτό, σηκώθηκε κάτι να πάρει και σκόνταψε πάνω στη τζαμαρία.
Οι γείτονες όλοι την γνώριζαν και κακό λόγο δεν είχαν να πουν... Μόνο ότι ο γέρος την εκμεταλλευόταν οικονομικά αλλά εκείνη, τι καλό κορίτσι, έκανε υπομονή και του μιλούσε πάντα με το σεις και με το σας!
Τα ξημερώματα πια, ήταν ελεύθερη να πάει σπίτι.

Μέσα στην παραφροσύνη που εξαπλωνόταν στο μυαλό της, θύμωνε. Θύμωνε που κανείς δεν την είχε ικανή για τίποτα! Ούτε καν για φόνο! Ούτε μια στιγμή δεν πέρασε η ιδέα αυτή από τόσα μυαλά.... Μα δεν πειράζει... Του άξιζε του γέρου!!

23 Απρ 2008

Λίγα λόγια μόνο....

Να γελάς...
Αυτό είναι ευχή!
Πόσο εύκολα γελάμε? Πριν το στάδιο του χαζοχαρούμενου εννοώ :P

Υπάρχουν άνθρωποι που μοιράζουν χαμόγελα χωρίς να το επιδιώκουν και το απολαμβάνουν κάθε φορά σαν να είναι η πρώτη...

Περίεργοι άνθρωποι είναι αυτοί... Σαν τον Νίκο για παράδειγμα...

Ο Νίκος, ούτε μικρός ούτε μεγάλος. Όχι πολύ ψηλός, όχι κοντός... Με σκούρα μαλλιά, όχι μαύρα. Σαν τόσους Νίκους που κυκλοφορούν στην Αθήνα, περπατάει και αυτός. Ζει και αυτός. Μερικές φορές μαλανχολικός, άλλες υπερβολικός, με τάσεις ζαμανφουτισμου... μπερδεμένη ιστορία!
Θα σε κάνει να γελάσεις, θα σε κάνει να του μιλάς με τις ώρες και όμως, τίποτα να μην έχεις σίγουρο..
Μπερδεμένος τύπος. Ψημένος από λάθη, καμένος από πάθη...
Τρώει φλασιές και κλείνετε στον εαυτό του ξαφνικά.... και μετά επανέρχεται σαν από λήθαργο και τρέχει να αναπληρώσει τα κενά...
Δεν τον λες αναίσθητο... είναι δύσκολο όμως να σε αφήσει να περάσεις ποιο μέσα...
Αγκινάρα!!! Όχι αυτό που λένε καρδιά αγκινάρα... Αυτό που φτιάχνεις ένα τάχα μου επικίνδυνο περιτύλιγμα για τη ψυχή σου...

Αυτός ο Νίκος που σου περιγράφω, κάνει και μένα να γελάω... Δεν υπάρχει σκοπός όταν γελάς, υπάρχει λόγος... και μου δίνει αρκετούς...

Του έλεγα για παραμύθια και νόμιζε ότι κάνω πλάκα...

Έξυπνος άνθρωπος... γκρινιάρης...... ίσως και λίγο παράξενος...

Αφήνω περιθώρια σε εκείνον να με κάνει να χαμογελάω και στο χρόνο για να δείξει...

Καλημέρα!!

18 Απρ 2008

Δύσκολο πράγμα το αντίο.

James Blunt - Goodbye My Lover



Έχω και τους στίχους... κάνε ένα κόπο να τους διαβάσεις...

Did I disappoint you or let you down?
Should I be feeling guilty or let the judges frown?
'Cause I saw the end before we'd begun,
Yes I saw you were blinded and I knew I had won.
So I took what's mine by eternal right.
Took your soul out into the night.
It may be over but it won't stop there,
I am here for you if you'd only care.
You touched my heart you touched my soul.
You changed my life and all my goals.
And love is blind and that I knew when,
My heart was blinded by you.
I've kissed your lips and held your head.
Shared your dreams and shared your bed.
I know you well, I know your smell.
I've been addicted to you.

Goodbye my lover.
Goodbye my friend.
You have been the one.
You have been the one for me.

I am a dreamer but when I wake,
You can't break my spirit - it's my dreams you take.
And as you move on, remember me,
Remember us and all we used to be
I've seen you cry, I've seen you smile.
I've watched you sleeping for a while.
I'd be the father of your child.
I'd spend a lifetime with you.
I know your fears and you know mine.
We've had our doubts but now we're fine,
And I love you, I swear that's true.
I cannot live without you.

Goodbye my lover.
Goodbye my friend.
You have been the one.
You have been the one for me.

And I still hold your hand in mine.
In mine when I'm asleep.
And I will bear my soul in time,
When I'm kneeling at your feet.
Goodbye my lover.
Goodbye my friend.
You have been the one.
You have been the one for me.
I'm so hollow, baby, I'm so hollow.
I'm so, I'm so, I'm so hollow.

Κάποιες λέξεις δεν πρέπει να υπάρχουν Απλά δεν πρέπει.
Πονάνε πολύ όταν τις ακούς. Μπορεί να σε σκοτώσουν όταν τις ξεστομίζεις...
Έχεις πει αντίο?
Η Μαρία κρατούσε το ακουστικό. Ξαπλωμένη στο κρεββάτι της, άκουγε την ανάσα του και έκλαιγε βουβά. Κοιτούσε δίπλα, στην άδεια μεριά και με το μυαλό της τον έφερνε δίπλα... Πόσα είχαν πει σε αυτό το κρεβάτι.. Πόσες αγκαλιές, πόσες αλήθειες...
Άρχισε να μιλάει... την ρώτησε γιατί κλαίει
Του είπε ότι είχε ορκιστεί στον εαυτό της να μην ξανακλάψει για εκείνον. Κι όμως, σε ότι αφορούσε τον Νικόλα, ποτέ δεν κρατούσε τις υποσχέσεις τις...
Και μετά πάλι σιωπή και εκείνη κρύωνε και εκείνος ανάσαινε βαριά, να της θυμίζει την παρουσία του στον χώρο, μέσα από το τηλέφωνο.
Αφοσιώθηκε στον χορό της κουρτίνας και του αέρα. Έξω η νύχτα έμοιαζε κουρασμένη.. σε λίγο ο ήλιος θα την έδιωχνε..
"Θα το πω τώρα, πριν προλάβω να το σκεφτώ. Θα το πω τώρα και μετά θα το μετανιώσω, μα δεν μου μένει κάτι άλλο. Είμαι για πρώτη μου φορά τόσο, μα τόσο αδύναμος...
Θα σε ξεχάσω Μαρία, θα παλέψω με νύχια και με δόντια και θα σε σβήσω. Σαν να μην υπήρξες ποτέ. Θα θυμάμαι μόνο ότι με άφησες και μέσα από αυτό θα σε μισήσω. Αντίο."
Συνέχισε να κοιτάζει την κουρτίνα και να κρατάει το τηλέφωνο. Κοίταξε ακόμα μια φορά δίπλα... στην άδεια μεριά.. σχεδόν τον άκουσε μέσα από τις αναμνήσεις της, να της λέει καλημέρα...
Έκλεισε την πόρτα, άφησε στην άκρη το τηλέφωνο. Πρέπει να ξεχάσει αυτά τα λόγια. Σαν να μην τα άκουσε ποτέ. Δεν τα εννοούσε... δεν μπορεί να τα εννοούσε.. κι αν?

21 Μαρ 2008

Καληνύχτα και απόψε κόσμε....

Τα έχω μπερδέψει λίγο και λέω να αρχίσω πάλι τις ιστορίες...
Λέω αυτή τη φορά να μιλήσω για τον Γιώργο και την Κλαίρη. Να κολλήσω την ουσία της με τους ρυθμούς μου και ότι φτιάξω, δεν έχει εγγύηση

....

Η Κλαίρη έχει το παιδί της. Είχε τον γάμο της. Έχει το σπίτι της... λείπει κάτι. Κάτι... κάτι να την κρατάει εδώ τις ώρες που κοιμάται το παιδί...να σταματήσει τα ταξίδια... κάτι να στριμώξει μέσα του την μοναξιά της .... αλλά αυτό το και δεν της κάνει την χάρη!

Μα τι λέει .... τι ζητάει? Αφού αν δεν ήταν η Αγγελική, η Αγγελικούλα της, θα ήταν νεκρή στ' αλήθεια και όχι μόνο στα αισθήματα... μα κι αυτό τι είναι? Ζωή είναι?

Χθες το γάμησε... το αποτελείωσε εκείνο το μέλος του σώματος της που φώναζε, απαιτούσε την παρουσία του Γιώργου. Μόνο μυαλό είχε μείνει.... μόνο λογική. Κρύα λογική και δίψα για δύναμη! Εκείνη που ένιωσε όταν χρησιμοποιούσε την λογική και φυλάκιζε τα αισθήματά της.

Στον καναπέ κάθετε και χαζεύει απ' το παράθυρο... φυσάει έξω... Πίνει κρασί κόκκινο ... να ζεστάνει το μέσα της.
Χαμογελάει για πολλοστή φορά. Τον φέρνει στο μυαλό της.

Είχαν κάτι δυνατό με τον Γιώργο. Πόνεσε με τα καπρίτσια του. Υπέγραψε το διαζύγιο που της ζητούσε. Πήρε το παιδί και πήγε στο νησί. Πάλεψε με τους δαίμονες της και έχασε.
Μια άλλη ήταν. Μια γυναίκα που έμενε κρυμμένη χρόνια ολόκληρα περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να εμφανιστεί.

Χθες τον είδε μετά από μήνες. Στεγνή από αισθήματα έμεινε να τον παρατηρεί. Να βλέπει τα μάτια του να χαϊδεύουν το πάτωμα την περισσότερη ώρα. Την ντρεπόταν! Ποιος? ο Γιώργος που δεν έχανε ευκαιρία να την τσιγκλάει και να την προκαλεί!

Ήρθε να δει το παιδί.

- Στις ομορφιές σου! της είπε.

- Ευχαριστώ απάντησε και τον κοίταξε στα μάτια να δει αν έχει μείνει τίποτα. Μάταια!

Φόρεσε το μπουφάν στη Αγγελική, την φίλησε μαλακά στο μάγουλο και έκλεισε την πόρτα πίσω τους,

"Τι μένει?" αναρωτήθηκε. Μετά από την χωρίς όρους παράδοση του εαυτού σου στα χέρια κάποιου άλλου, μετά την προδοσία του, μετά την απομάκρυνση... μετά μετά...
"Τίποτα... μετά τίποτα..."
Δεν θέλησε ποτέ να εκδικηθεί τον Γιώργο. Ήξερε πολύ καλά ότι θέλει δύο για να γίνει η ζημιά...

Δυνάμωσε ο αέρας....

Να την έπαιρνε μαζί του στα ταξίδια του... αχ πόσο το ήθελε! Να την στροβιλίζει πάνω από χώρες και θάλασσες.... να πέταγε μαζί του και να ρουφούσε τις μυρωδιές του κόσμου...

Αύριο δουλεύει... είπε μονορούφι το κρασί της και πήγε στο δωμάτιο.

Δεν το περίμενε αυτό... να νιώσει δηλαδή ποτέ, τόσο κενή...

Έσβησε το φως.... πόσα δεν περίμενε και είχαν έρθει... πόσα ήθελε και πέτυχε...

Είχε δική της θεωρία η Κλαίρη... κάθε άνθρωπος γεννήθηκε με τις ευχές και τις κατάρες του κόσμου ....προκαθορισμένα τα όμορφα και τα άσχημα... ίσα στον αριθμό και στη δύναμη. Ξεκινάει την ζωή και προκαλεί τα γεγονότα, την μοίρα του φτιάχνει...

Την βοηθάει αυτή η θεωρία... βολεύει... την κάνει να έχει ελπίδα. Να περιμένει το μέλλον, να το κυνηγάει! Τόσα άσχημα μαζεμένα... δεν μπορεί! Τελειώνουν όπου να 'ναι... έρχονται τα όμορφα! Ανυπομονεί...

Αποκοιμήθηκε... καληνύχτα και απόψε κόσμε...

6 Μαρ 2008

Φυλαχτό.

Σε λίγο θα έφτανε! Σε λίγο ο Νίκος θα ήταν στο σπίτι της και εκείνη έκοβε βόλτες! Πάνω κάτω... πάνω κάτω. Κάθισε στην καρέκλα και άναψε τσιγάρο. Έριξε μια ματιά στο τασάκι. Γεμάτο. "Ωραία!" σκέφτηκε. Έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρό της. Σκοτάδι. Κοίταξε τους τοίχους γύρω της και ένιωσε ξαφνικά να πνίγεται! Έτρεξε στην μπαλκονόπορτα και την άνοιξε βιαστικά.
Στο μπαλκόνι πια, έκλεισε τα μάτια και σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό. Σαν σε προσευχή. Ένιωσε τον αέρα να χαϊδεύει τα μαλλιά της. Ακούμπησε τα χέρια στα κάγκελα. Η αίσθηση του μέταλλου στα γυμνά της χέρια την ανατρίχιασε. Άνοιξε τα μάτια και ήταν πλέον αποφασισμένη. Έβαλε το χέρι της στην τσέπη της και έβγαλε το τσαλακωμένο χαρτί. Το ξεδίπλωσε ακόμα μια φορά. Να το διαβάσει πάλι. Να θυμηθεί γιατί είναι εκείνη η βαλίτσα δίπλα στην πόρτα της. Να θυμηθεί γιατί ενώ είναι έτοιμη από ώρα, κάθεται και τον περιμένει Γιατί δεν φεύγει τώρα....

Δεν ξέρω πως να το πω! Δεν ξέρω τι ακριβώς θέλω να πω!Αυτό που ξέρω είναι μόνο ότι θέλω να με ακούσεις. Θέλω να προσπαθήσεις να καταλάβεις για τι πράγμα μιλάω. Όπως παλιά. Τότε που μιλούσαμε με τις ώρες.

Για κάποιο λόγο νιώθω υπεύθυνη. Σαν να κατηγορώ η ίδια τον εαυτό μου για κάτι που έκανα λάθος. Μου είπες τι αισθάνεσαι. Τα θυμάμαι όλα. Κάθε λέξη σου. Σου είπα και εγώ. Ξέρεις μωρό μου, σ' αγαπάω. Και πολύ μάλιστα. Αλλά όχι πια το ίδιο. Όχι με τον ίδιο τρόπο.

Δέχτηκα να δοκιμάσουμε και πάλι γιατί πραγματικά το ήθελα. Γιατί πραγματικά πιστεύω ότι συνήλθες.Ότι μετάνιωσες... αλλά δεν μπορώ! Συνειδητοποιώ σιγά σιγά πως δεν αντέχω. Πως έχουν αλλάξει τα πράγματα και εμείς σαν χαμένοι, τα τραβάμε να μείνουν εδώ! Στάσιμα.Να μείνουν ίδια. Ίδια όπως πριν χωρίσουμε, ίδια όπως πριν πονέσουμε ο ένας τον άλλο. Μα δεν φαίνεται να τα καταφέρνουμε καρδιά μου. Όσο κι αν προσπαθούμε.

Το ξέρω ότι με αγαπάς και εσύ. Το βλέπω στα μάτια σου, το διαβάζω στα χείλη σου. Βλέπω όμως επίσης ότι και εσύ συμβιβάζεσαι.

Πρέπει να το αφήσουμε. Δεν πιέζομαι. Δεν είναι ότι κάνω κάτι που δεν θέλω. Δεν είναι ότι κουράστηκα ή βαρέθηκα. Είναι απλά ότι στεναχωριέμαι. Νιώθω ότι είμαι άπληστη όταν ζητάω κάτι παραπάνω, κάτι ακόμα.... Δεν θέλω παραπάνω αγάπη μωρό μου, μου δίνεις αρκετή.

Ξεθωριάσαμε όμως. Παραδέξου το! Και εγώ... εγώ σχεδόν τρελάθηκα. Συνχώραμε μα έγινα σκληρή. Δεν μπορώ να το αλλάξω. Πράγματα που απλά με πείραζαν παλιά, τώρα δεν τα αντέχω. Υπάρχουν φορές που θέλω να ξεκινήσω να ουρλιάζω. Να σπάω. Τα πάντα. Υπάρχουν φορές, που θέλω να σε διώξω μακρυά μου. Να μην με βλέπεις. Να μην ακούς τις φωνές και τις υστερίες μα δεν το κάνω. Και έρχονται οι στιγμές που πάω να σκάσω! Θέλω να είμαι μόνη μου... Σαν τρελή.... στο είπα και στην αρχή....

Συγνώμη μωρό μου. Δεν ξέρω γιατί μου βγαίνει να σου το λέω κάθε τρεις και λίγο....
Σ 'αγαπάω μα δεν μπορώ να μείνω απαθής. Να αγνοήσω όλα αυτά που αισθάνομαι....
Οι στιγμες μας δικες σου να θυμάσε.....
και ας είναι να μείνω κενή! Φτάνει.... φτανει να
καταλάβεις.... αυτό φτάνει....!
Συγνώμη,
Μ.


Άνοιξε η πόρτα και εκείνη στεκόταν ακίνητη. Με το τσιγάρο στο χέρι. Κοίταξε τον Νίκο στα μάτια. Βαθιά.. δεν του μίλησε. Στάθηκε μπροστά του. Τον φίλησε απαλά... και εκείνος σαν να το ήξερε, πήρε να της χαμογελάει και δεν είπε λέξη. Μόνο χαμογελούσε... με κατανόηση, με χίλιες ευχές να την συνοδέψουν στο ταξίδι που δεν μπορούσε πια να προσποιήτε ότι δεν θα έρθει... Ήρθε η μέρα... Την είδε να αφήνει ένα χαρτί στο μικρό τραπέζι του τηλεφώνου και έμεινε να το κοιτάζει... χαμογελώντας ακόμα μέχρις ότου άκουσε την πόρτα να κλείνει. Πλησίασε το τραπεζάκι και πήρε το χαρτί στα χέρια του. Άναψε τσιγάρο να καπνίσει. Βγήκε στο μπαλκόνι να πάρει αέρα και μιμήθηκε τις κινήσεις που έκανε συνήθως εκείνη... Έκλεισε τα μάτια και σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό... Σαν σε προσευχή.. και δάκρυσε Μα το δάκρυ το πήρε ο αέρας... φυλαχτό για εκείνη... εκείνη με τα όμορφα μάτια...

Κάτι που μοιάζει με παραμύθι....

Θα σας πω μια ιστορία.... όχι ψεύτικη Όχι παραμυθένια, αντίθετα βγαλμένη από την ζωή... την δική μου, την δική σου... δεν έχει σημασία.... όχι αυτό! Σημασία έχει ότι είναι αληθινή...

Η Μαρία τελείωσε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων περίπου το 1992. Μαθηματικός έγινε. Και πόσο της άρεσε αλήθεια! Γνώρισε και τον Παντελή στα Γιάννενα και αυτός σπούδαζε εκεί.
Δεν γύρισε στο χωριό της. Την εγκλώβιζε και έτσι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Μαζί με τον Παντελή.

Κάποια στιγμή αρραβωνιάστηκαν και όλα έμοιαζαν μέλι γάλα... αργότερα , όπως άλλωστε πάντα γίνετε, άρχισαν τα προβλήματα. Ο Παντελής αποδείχτηκε μέγας τεμπέλης! Ιδικά αν έκανε κάποιος την σύγκριση.... γιατί ξέχασα να σας πω ότι η Μαρία αφού δίδαξε σε κάποια φροντιστήρια, στράφηκε στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Σπουδές ξανά, και δουλειά ταυτόχρονα... Τον Παντελή στο κρεβάτι τον άφηνε, στον καναπέ, μπροστά στην τηλεόραση τον έβρισκε.

Με τούτα και με εκείνα περάσανε τα χρόνια. Κουράστηκε και η Μαρία να τον παρακαλάει να κουνήσει τον κώλο του να βρει καμιά δουλειά και έτσι είχαν σταματήσει οι πολλοί τσακωμοι. Είχε μείνει η καημένη να ελπίζει στο φιλότιμο και τον ανδρισμό του, μπας και της αδειάσει την γωνιά γιατί άκρη μαζί του δεν μπορούσε να βγάλει! Άμα ξεκινούσε τις φωνές, έβαζε εκείνος τα κλάματα και να τα παρακάλια....

Ο πρώτος υπολογιστής, μπήκε στο σπίτι όταν η Μαρία έπιασε δουλειά σε μια πολύ μεγάλη εταιρία Η/Υ. Χαρά η Μαρία δεν λέγετε! Ανακάλυψε και το internet και που την έχανες που την έβρισκες, σε παράθυρα διαλόγων.... και τότε έγινε! Γνώρισε τον Άλεξ....

Μιλάγανε ώρες ολόκληρες οι δυο τους. μέχρι τα ξημερώματα... Ο Άλεξ ζούσε κάπου στη Ινδία αλλά είχαν τόσα πολλά κοινά.. μα τόσα πολλά! Για έναν ολόκληρο χρόνο μιλούσαν 5 ώρες το λιγότερο την ημέρα! και ακόμα είχαν να πουν...

Μια και δυο, η Μαρία χώρισε επιτέλους τον Παντελή, έφτιαξε βαλίτσες και πήγε... Ινδία!

Δεν θα πω πολλά... θα τελειώσω με την κατάσταση του ζευγαριού στο σήμερα...

Στέλεχος μεγάλο στην ίδια εταιρία η Μαρία.... ο Άλεξ προγραμματιστής σε μια εξίσου καλή εταιρία και τα δυο αγγελάκια τους τραγουδάνε και μιλάνε και στις τρεις γλώσσες, το ίδιο καλά....

Ευτυχία....

Εννοείτε ότι δεν έχω ακούσει κάτι εξίσου καλό να έχει συμβεί ποτέ ... ακούγετε σαν παραμύθι, δεν συμφωνείτε? Και είναι αλήθεια... Απόδειξη πως ο κόσμος δεν είναι μεγάλος!
Υπάρχει τελικά η ευτυχία....

4 Φεβ 2008

Μία-μία αχτύπητος....

Σηκωνόταν πάντα στο τρίτο χτύπημα από το ξυπνητήρι. Σχεδόν με κλειστά ματια έφτανε στην τουαλέτα. Έπιανε κότσο τα μαλλιά... πρώτα, πλύσιμο στα χέρια, μετά το πρόσωπο και τέλος τα δόντια.... Άνοιγμα του βραστήρα, μια κουταλιά καφέ, μία ζάχαρη, χωρίς χτύπημα... αναμονή μέχρι να ακούσει τον χαρακτηριστικό ήχο του βραστήρα που δήλωνε οτι το νερό ήταν χλιαρό, σχεδόν ζεστο.... στην θερμοκρασία που της άρεσε... Μουσική να παίζει στο ράδιο το κινητό δίπλα για να βλέπει την ώρα και άναβει το πρώτο τσιγάρο.... Η μέρα ξεκίνησε!

Αυτή ήταν η μικρή της ρουτίνα... άν έφτανε μέχρι το άναμα του τσιγάρου χωρίς προβλήματα... μια καλή μέρα την περίμενε... παραξενιά το έλεγε η μάνα της, αλλά αυτή εκεί! Δεν το άλλαζε όπου κι αν βρισκόταν, ότι καιρό κι αν έκανε... μέχρι που ..... μέχρι που βαρέθηκε να ξεκινάει τα πάντα εκ του ασφαλούς...!

Υποσχέθηκε να ξεκινάει κάθε μέρα της διαφορέτικα, μοναδικά όπως άλλωστε της άξιζε!(όχι σε εκείνη, στην μέρα άξιζε) Ο ήλιος, συνδιτοποιησε, δεν ήταν πάντα ο ίδιος.... έτσι θα έκανε και εκείνη...

Σηκώθηκε αμέσως μόλις χτύπησε το ξυπνητήρι, ντύθηκε και πήγε μια βόλτα με την Σίμπα, το σκυλί της... Τρέξανε και κυλιθήκαν στο γρασίδι... Και ο ήλιος ανέτελε όσο εκείνη προσπαθούσε να βρει την αναπνοή της... και μετα... εκείνος εμφανίστηκε και της χαμογέλασε...
Τους φίλους τελικά, τους βρίσκεις παντού... στα πιο απίθανα μέρη... ακόμα και μέσα στη μοναξιά σου.... στην μοναξιά της ανατολής... την ώρα που ο ήλιος τάζει να σε ζεστάνει... τάζει να σου δείξει τον δρόμο ... να μην ξανασκοντάψεις....

1 Φεβ 2008

Ο Πασάς...

Τις βρήκε να κάθονται όλες στο τραπέζι και να χαζολογάνε... Πέταξε ένα γεια, ξεφoρτώθηκε το μπουφάν και το κράνος του και μπήκε στο μπάνιο γρήγορα. Δεν είχε όρεξη για πολλά πολλά... Έπρεπε να έρθει στα ίσια του. Απο την σιωπή τους μπορούσε να συμπεράνει οτι τον κατάλαβαν. Έτσι γινόταν πάντα...
Περίεργα πλάσματα οι γυναίκες... δεν χρειάζονται λόγια, δεν μπορείς να κρυφτείς και πάντα μα πάντα περιμένουν την κατάληλη ευκαιρία να ανοίξουν την κουβέντα... Σαν να μυρίζουν τα νύχια τους... Δεν μπορούσε να τις καταλάβει. Είχε πάρει και εκείνος χαρακτηριστικά από τις "γυναίκες του" . Ήταν πολύ πιο ευαίσθητος στις αλλαγές του προσώπου και παρατηρητικός μέχρι αηδίας αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πως στο διάλο δουλεύει το κεφάλι τους...
Το νερό ζεστό τον χαλάρωσε λίγο... Ξύρισε με την ησυχία του τα λιγοστά γένια του προσώπου του, ακούγοντας τα γέλια και τα αστεία τους... Γέλαγε χωρίς να το καταλαβαίνει κι αυτός! "Οι ρουφιάνες" , σκέφτηκε, "ούτε να είμαι στεναχωρημένος δεν με αφήνουν!" Βγήκε χαμογελαστός από το μπάνιο και όλες γύρισαν ταυτόχρονα προς το μέρος του. Του την έσπαγε όταν το έκαναν αυτο... τέσσερα ζευγάρια γαλάζια μάτια στραμένα πάνω του...

Στο κέντρο καθόταν η κυρα Ελένη όπως την φώναζε εκείνος. Σαράνταπεντάρα, ψιλή με λίγες μόνο ρυτίδες έκφρασης. Λεπτά άκρα και σαρκώδη χείλη. Πεισματάρα και δυναμική... Αρσενικό δεν έχει τολμήσει να της πάει κόντρα ποτέ. Σκληρή γυναίκα! Ήταν απο την φύση της αλλά ήρθε και η Ζωή και την έκανε βράχο.... Κανένας δεν κατάφερνε να την μαλακώσει εκτός απο την Λευκή και εκείνον. Του έκανε όλα τα χατίρια πάντα αλλά έτσι και έπαιρνε ανάποδες, ούτε οι μαλαγανιές του έπιαναν ούτε τίποτα! Έπρεπε να κάτσει στην μέση ακριβως του κυκλώνα της σιωπηλός... μέχρι να καταλαγιάσει η φωνή της σαν να του δίνει το ελεύθερο να ξεκινήσει την απολογία του... Ήταν ο πασάς της... και ήταν η Μάνα του....

Δίπλα της καθόταν η Λευκή, η μεγαλύτερη αδελφή του. Άγριο θυλικό... Δυναμική και αυτή αλλα πάνω απο τα όρια για γυναίκα! Της άρεσε να παίζει με το κεφάλι των αγοριών... Πάρα πολύ έξυπνη! Όχι αδύνατη, όχι πολύ ψηλή...με πολύ γλυκό πρόσωπο όμως και αυτή ήταν η παγίδα της.... Μόνο αν έβλεπες τα μάτια της και ήξερες να τα διαβάσεις θα καταλάβαινες οτι πίσω από το γαλάζιο τους και την αθωοτητα που νόμιζες πως έβλεπες, υπήρχε φωτια! Έψαχνε τον έρωτα και έκλεγε μόνη της τα βράδια με τραγούδια που δεν καταλάβαινε ο Πέτρος... Ούτε το γιατί έκλαιγε καταλάβαινε...

Απένατι η Λίλα η επόμενη μεγάλη του αδελφή... Κοντά μαλλιά και τεράστια μάτια... τεράστια! Αδύνατη και όμορφη σαν τα μοντέλα που δείχνουν τα περιοδικα... Επιπόλαιη! Ερωτευόταν κάποιον μέσα σε μια ώρα και τον βαριόταν σε ένα μήνα! Δεν το έκανε επίτηδες... οχι! Ήταν σαν να ζούσε όλα τα απλά συναισθήματα, αλλά πόλυ πολύ έντονα. Ευαίσθητη.... να σου σπάσει τα νεύρα, αλλά πάντα χαμογελαστή και αθώα... Ευκολόπιστη και τσαχπίνα...

Και τέλος η Κόμμισα του σπιτιού ... η Αλεξάνδρα... Τι κορίτσι και αυτό! Έχαν μόνο ένα χρόνο διαφορά στην ηλικία αλλά οι κόσμοι τους ήταν πολύ διαφορετικοι! Παχουλούλα, ψηλομύτα με τρέλα στα κοσμήματα και στα ρούχα. Φωνή τσιριχτή που έμοιαζε ακόμα και όταν έλεγε πράγματα ουσίας να μένει απ'εξω... να μην επιρεάζετε ποτέ συναισθηματικα.Αλλά φυσικά ίσχυε το ακριβως αντίθετο... Κουρέλι γινόταν με το παραμικρό αλλα δεν άφηνε να το καταλαβει κανείς...

Οι γυναίκες του λοιπόν! Ξεκίνησε απο την Ελένη και τις φίλησε όλες με την σειρα.
Πατέρα στην ουσία, δεν γνώρισε... μόνο η Λευκή τον θυμόταν... εκείνος δεν είχε καμία εικόνα. Είχε μεγαλώσει μέσα σε σουτιεν , cosmopolitan, κραγιόν και κρίσεις περιόδου... και ευχαριστούσε τον Θεό για αυτο!! Αγκαλιά και παρηγορια δεν του έλειψε ποτε. Τις πρόσεχε και τις νοιζόταν όλες και εκείνες τον πρόσεχαν σαν τα μάτια τους... τα όμορφα τους, μπλε μάτια! Τον ξεσήκωναν με τα γέλια και τις φωνές τους και αντί να νευριάζει, έπαιζε μαζί τους! Ένα πράγμα μόνο φοβόταν... Μπροστά σε αυτές τις γυναίκες ποια θα ήταν αυτή που θα μπορούσε να τις συναγωνιστεί και πολύ περισσότερο να σταθεί δίπλα τους , σαν αδελφή, σαν κόρη, σαν γυναίκα του?΄Είχαν βάλει ψηλά τον πήχη... Ευτυχώς είχε πολύ καιρό ακόμα μπροστά του για να την βρει... ήταν μόλις είκοσι ακόμα...

29 Ιαν 2008

Συγνώμη...

Άγγελε μου,

Είπα να σου γράψω εδώ και μέρες και όλο το ανέβαλα. Την ιδέα μου την έβαλε η Δώρα όταν της ανακοίνωσα το ταξίδι μου. "Δεν θα τον χαιρετήσεις?" με ρώτησε και δεν απάντησα. Φοβόμουν να σε πάρω τηλέφωνο... τι να σου πω άλλωστε? Την τελευταία μας φορά, τα είπα όλα...ίσως πάλι και όχι, για αυτό να έκατσα εν τέλη να σου γράψω.
Πάντα συζητούσαμε πριν από μια αλλαγή που σκεφτόμουν να κάνω στη ζωή μου. Άλλες φορές με έλεγες ονειροπόλα και με τράβαγες να πατήσω στην γη και άλλες πάλι, μου έλεγες να προχωρήσω και μου έδινε φτερά. Τούτη εδώ την αλλαγή δεν την συζητήσαμε...
Πριν συνεχίσω αυτό το γράμμα, θέλω να σου ζητήσω συγνώμη για τα πράγματα που είπα. Δεν θα τα ξαναπώ, μην λερώσω τις σελίδες αλλά Άγγελε, με ξέρεις καλά μπορείς να διαλέξεις και να ξεχωρίσεις τις κουβέντες που δεν εννοούσα Με ρώτησες αν σ' αγαπώ και δεν σου απάντησα. Ήμουν πληγωμένη πολύ και δεν το ήθελα Άγγελε! Συγνώμη και αν σε έκανα να κλάψεις, συγνώμη που δυστυχώς εκείνες τις στιγμές αυτός ήταν ο σκοπός μου. Να νιώσεις όπως ένιωσα...
Μπορείς να σταματήσεις να διαβάζεις, να το σκίσεις τούτο το παραλήρημα και να το πετάξεις μακριά σου...Εγώ προσπάθησα μα δεν μπορώ να σταματήσω να γράφω...
Φεύγω Άγγελε και δεν είσαι εδώ, μα η κουτή δεν στο ζήτησα ποτέ... Φεύγω για το καινούργιο, το άγνωστο και δεν μου έχεις δώσει φτερά. Φοβάμαι μα ξέρω τα λάθη μου και θα φάμε τα μούτρα μας παρέα. Περίεργο Άγγελε, περίεργο να σου γράφω, σε σένα , που σου μιλούσα με τις ώρες.
Σμπαράλια τις έκανα τις ελπίδες του να είμαστε και πάλι μαζί...σμπαράλια! Μα τι να έκανα? Πες μου τι? Πονάω Άγγελε...στιγμή δεν σταμάτησα να πονάω, μα που να το πω? Σε ποιον? Κομμάτια με έκανες μα δεν το θυμάμαι πια.. φύρανε το μυαλό μου με όλα αυτά Χόρτασαν τα μάτια μου τις φωτογραφίες σου και έτσι δεν θα τις πάρω μαζί μου. Σε αφήνω εδώ και πάω να βρω την Κατερίνα που αγάπησες, αυτή που γέλαγε καμιά φορά
Δεν ξέρω πόσα συγνώμη να σου πω να φτάνουν που δεν σου έδωσα εκείνο το σ' αγαπώ μα έπρεπε να δώσει κάποιος τέλος και το ξέρεις... άρρωστοι ήμασταν και όχι ότι τώρα είμαστε καλά.. ίσως να φεύγω και για αυτό..
Κορνάρει το ταξί και πρέπει να το τελειώσω αυτό το γράμμα. Άλλωστε με ξέρεις εμένα... όλα την τελευταία στιγμή! Πετάω σε δυο ώρες για κάτι καινούργιο... και δεν μου έδωσες φτερά.. μα δεν στα ζήτησα και έτσι μοιράζετε κάπως...

Σ 'αγαπώ,
Κατερίνα


Έκλεισε το γράμμα και το έβαλε σε ένα φάκελο και μετά στο μαξιλάρι της Δώρας. Εκείνη θα ήταν ο ταχυδρόμος.



Τα γόνατα του πόναγαν από την υγρασία... τόσα χρόνια δίπλα στην θάλασσα και δεν είχε συνηθίσει την αγριάδα της!Ανασήκωσε το στρώμα του κρεβατιού με κόπο. Ένας κίτρινος σχεδόν φάκελος εμφανίστηκε. Τον πήρε στα χέρια του και έμεινε να τον κοιτάζει...
Πόσες φορές άραγε το έχει κάνει αυτό? Θυμάται την Δώρα να του το δίνει στα χέρια και να του ανακοινώνει την αναχώρηση της Κατερίνας. Τότε ήταν που τα παράτησε όλα και ήρθε στην Καβάλα και έφτιαξε τούτο το σπίτι δίπλα στην θάλασσα, όπως τα είχανε συζητήσει με την Κατερίνα πριν εκείνη φύγει πριν την πονέσει τόσο ανεπανόρθωτα ώστε να την χάσει για πάντα όπως τελικά και έγινε...
Πως φοβόταν τούτο το γράμμα δεν λέγετε.... Αλήθειες έλεγε μέσα και αυτό φοβόταν πιο πολύ..
Θυμήθηκε την σιωπή της στην ερώτηση Μ' αγαπάς και τρέχουν τα μάτια του...
Πέρα από αυτό το γράμμα δεν είχε εμφανιστεί καθόλου η Κατερίνα στα πέντε χρόνια που πέρασαν.
Κοίταξε το φάκελο ακόμα μια φορά και πήρε να τον ανοίξει... αργά, με σεβασμό. Το μόνο που του είχε μείνει από κείνη...

Δεν γίνετε! Κόντευε να σπάσει το κεφάλι του! Κοιτάει το γράμμα το διαβασμένο πια που του έπεσε από τα χέρια...Την άφησε να φύγει!Να φύγει, να φύγει, να φύγει .... η καρδιά του , η Κατερίνα του.





Αύγουστος και στο αεροδρόμιο γινόταν πανικός! Έμαθε από την Δώρα ότι σήμερα θα ερχόταν εκείνη και την περίμενε ήδη 5 ώρες.... Η πτήση της θα προσγειωνόταν σε 2 λεπτά! Κόντευε να σπάσει η καρδιά του όταν την είδε.... όταν,σαν να τον ένιωσε, τον κοίταξε στα μάτια και μετά από λίγο βρέθηκε στην αγκαλιά του...

"Συγνώμη" είπαν ταυτόχρονα σχεδόν......

28 Ιαν 2008

Το αλάνι....

Τον είδα μια μέρα στο φανάρι και δεν το πίστευα... ήθελα να βάλω τα κλάματα.. Τι άλλο μπορείς να κάνεις όταν συνειδητοποιείς την έννοια της λέξης εξάρτησης...?
Όταν την βλέπεις μπροστά σου, χέρι χέρι με την ξεφτίλα....
Καβατζωμένη όπως ήμουν στο μικρό αυτοκινητάκι μου, ζεστή στο κοστούμι μου και την θέρμανση του καλοριφέρ, ένιωσα ντροπή. Πως μπορούσα να τον κρίνω εγώ? Ποια είμαι εγώ που θα τον πιάσω στο στόμα μου, αυτόν και την "μελετημένη" ζητιανιά του στα φανάρια της Αθήνας...
Θυμήθηκα που πήγαινα με σχολείο μαζί..Καθόμασταν και στο ίδιο θρανίο καμιά φορά Ανταλλάσσαμε κουβέντες μεγάλες για την ζωή, την αγάπη, την ανθρωπιά, τα τραγούδια (γιατί και αυτά ζωή είναι)... Στα διαλείμματα εγώ έτρεχα αγχωμένη στις σελίδες των βιβλίων μου και εκείνος με την ίδια κάψα να κάνει κανα τσιγάρο. Κάποιες φορές του έφτιαχνα και σκονάκια. Με ευχαριστούσε αλλά ποτέ του δεν τα χρησιμοποίησε.
Σε ένα κενό καθόμασταν οι δυο μας στην τάξη,βουβοί.. κοιτούσαμε τον Όμηρο. Αν κάποιο βιβλίο του άρεσε αυτό ήταν η Οδύσσεια. Έλεγε ότι ήταν μαγικό, κάτι πάνω από το παραμύθι, πάνω από την αλήθεια, πέρα..... στο όνειρο! Με κοίταξε θυμάμαι και μου είπε σχεδόν γελώντας... "Είμαι για να φεύγω, κούκλα..."
Δεν ξαναήρθε στο σχολείο... και ήταν η τελευταία μας τάξη. Δεν τον έψαξα... σχεδόν τον ξέχασα... ντροπή μου!!
Και τώρα στο φανάρι, θέλει να μου πουλήσει χαρτομάντιλα Κατεβάζω το παράθυρο και τον κοιτάζω.. λιγότερο ξαφνιασμένη από πριν.
-Γεια σου κούκλα, μου είπε και κατέβασε τα μάτια

-Έλα, μπες μέσα, κερνάω καφέ!

Αρνήθηκε. Μου έκλεισε το μάτι και προχώρησε στο επόμενο αυτοκίνητο. Με άφησε εκεί στην μέση του δρόμου να τον κοιτάω... εκ του ασφαλούς, καβατζωμένη...

Άρχισε να ψιλοβρέχει και εκείνος σήκωσε την κουκούλα του μπουφάν του. Πρώτη και έφυγα...
Πάντα πίστευα ότι όλα είναι θέμα επιλογής... οκ... εξακολουθώ να το πιστεύω αλλά λυπάμαι κύριοι! Δεν μπορώ να αγνοήσω τον πόνο κάποιου, τα ουρλιαχτά του, τις ανάγκες του απλά και μόνο επειδή οι επιλογές του ήταν οι λάθος... το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να του δώσω ακόμα μια... εκείνος θα διαλέξει και εγώ θα έχω προσφερθεί να βοηθήσω όπως και να έχει.... έστω κι αν δεν τα κατάφερα με τον Γιώργο... θα ξαναπροσφέρω την βοήθεια μου, μια επιλογή σε κάποιον σε παρόμοια κατάσταση...
Άλλωστε μην ξεχνάω.... έκανα και εγώ λάθος επιλογές κάποτε... μπορεί να μην με έβγαλαν στα φανάρια των δρόμων... μπορεί όμως να με οδήγησαν στο κρεβάτι της μοναξιάς, της απομόνωσης...
Τι πονάει πιο πολύ?

Έτσι απλά...

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, δίπλα της, η καρδιά του δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέχει. Την κοίταξε ακόμα μια φορά.. αφοσιωμένη όπως ήταν στην ταινία, τα μαλλιά της χρυσά πάνω στο μαξιλάρι, τα πόδια της ζεστά, τον άγγιζαν κάτω από τα σκεπάσματα...
"Θεέ μου ας μην είναι αυτή η τελευταία φορά.." παρακάλεσε τον ουρανό που σκοτείνιασε έξω από το σπίτι. Παρακαλούσε το αόρατο,να τον γλυτώσει από το αναπόφευκτο. Για να του χαρίσει ακόμα λίγες από τις στιγμές της. Για να μπορεί να την βλέπει να χαμογελάει με τα χαζά αστεία που της λέει... Έστω να την βλέπει έτσι, με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο... για το τέλος της ταινίας, για ένα τέλος που δεν την αφορά κι όμως... την κάνει να μοιάζει με ανυπόμονο παιδί...
Η ταινία κόντευε να τελειώσει και η καρδιά του ακόμα έτρεχε...γρήγορα,επίπονα. Πήρε βαθιά ανάσα. Προσπαθούσε να δεχτεί την ανικανότητα του να της αλλάξει γνώμη σε αυτό που ακόμα δεν του είχε ανακοινώσει αλλά ένιωθε ότι πλησίαζε... Μέρες τώρα το ένιωθε, ίσως και να το ήξερε... Δεν άλλαξε παρόλα αυτά καθόλου την συμπεριφορά του απέναντί της... Την είχε ανάγκη και ήλπιζε ο δειλός, στην αλλαγή της απόφασης, στην ματαίωση της φυγής της...
Έμεινε να παρατηρεί τους τίτλους τέλους της ταινίας. Την ένιωσε να τεντώνετε δίπλα του και αμέσως μετά να βάζει ένα μουσικό κανάλι... Την ένιωσε να τον αγκαλιάζει και ήξερε ότι πολύ πιθανόν να ήταν η τελευταία φορά Και μετά το γνωστό τους παιχνίδι... Του γύρισε την πλάτη και εκείνος την αγκάλιασε Μύρισε τα μαλλιά της, άγγιξε με τα χείλη του το λεπτό δέρμα της πλάτης της. Τώρα έμενε η ερώτηση.... το ανέβαλε όσο μπορούσε... μερικά έξτρα δευτερόλεπτα να την κρατήσει.... αυτό ήθελε!
-"Δεν μ' αγαπάς πια?" ρώτησε παιχνιδιάρικα όπως πάντα για να μην καταλάβει εκείνη ότι ξέρει. Ίσως για να της το κάνει ακόμα πιο δύσκολο... Ίσως έτσι να το ανέβαλε για μια ακόμα φορά. Κράτησε την αναπνοή του και περίμενε με τα μάτια κλειστά.. με την όσφρηση του να μην χορταίνει το άρωμα της... αυτό που σε λίγο θα αποχωριζόταν, αυτό που ήξερε ότι θα στοίχειωνε το μυαλό του, μην αφήνοντας χώρο για τίποτα άλλο!
Την ένιωσε να παίρνει μια βαθιά ανάσα..
-"Όχι" είπε ξερά... προσπαθώντας να ακουστεί αποφασισμένη.
Εκείνος κοκάλωσε. Ήταν ώρα για την επόμενη ερώτησή του...
-"Θέλεις να χωρίσουμε?"
-"Ναι" είπε γρήγορα εκείνη πριν το μετανιώσει...

Κράτησε στα μάτια του στην οθόνη για λίγο, τα χέρια του στο σώμα της.
Σηκώθηκε με κόπο, φόρεσε τα παπούτσια, την κοίταξε στα μάτια, δάκρυσε για χατήρι της και έφυγε...

27 Ιαν 2008

Ένας μικρός παράδεισος!


Κοίταξε για ακόμα μια φορά την κακής ποιότητας φωτογραφία που της έστειλε ο μεσίτης...
Ήταν το ιδανικό μέρος! Ίσως εκεί να κατάφερνε να ξεφύγει από τις σκέψεις τις. Ίσως ακόμα, να κατάφερνε να δει τον χαμό του αγαπημένου της με μάτια άλλα... Ίσως...ίσως η μάνα θάλασσα να έπαιρνε μακρυά τα δάκρυά της...της το χρώσταγε άλλωστε. Της είχε πάρει τον άντρα της... το μισό της καρδιάς της...
Σκούπισε για ακόμα μια φορά τα μάτια της και ξαναχάθηκε στη ομορφιά που η φωτογραφία της περιέγραφε.. Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του μεσίτη.... "Θα το πάρω" ....