29 Ιουλ 2008

Ένα tetris...

Ξέρεις τι φοβάμαι?
Φοβάμαι να γράψω αυτά που σκέφτομαι. Φοβάμαι και να τα πω. Φοβάμαι να μου πεις εσύ, αυτό που ήδη ξέρω. Φοβάμαι τις αποφάσεις που περιμένουν να παρθούν και δεν σταματάνε να χτυπάνε τις πόρτες του μυαλού μου, τις πιο άκυρες, τις πιο ακατάλληλες ώρες.
Φοβάμαι τις μέρες που περνάνε έτι... γρήγορα. Φοβάμαι που τις παρακαλάω να φύγουν... που ναρκώνω το είναι μου, φοβάμαι. Που κλειδώνω το μέσα μου, μην δώσει υποσχέσεις που δεν μπορέσει τελικά να κρατήσει. Μη χάσω το κλειδί φοβάμαι. Φοβάμαι τόσο, που δεν πάω στα βαθιά... κολυμπάω στα ρηχά, με τα δάχτυλα μου, να αγγίζουν την άμμο στον πάτο .... Ψευδαίσθηση σιγουριάς το λένε αυτό. Ψέμα.
Φοβάμαι που κρύφτηκε ο ήλιος.
Σε κάνα μήνα φεύγω... από όλα αυτά. Φεύγω. Προσπαθώ να με πείσω, ότι αυτό είναι που χρειάζομαι. Ότι όλα θα γίνουν καλύτερα τότε. Ότι απλά τώρα είμαι στα σκατά. Μπορεί να είναι και έτσι... Μακάρι δηλαδή να είναι έτσι...

Ένα τηλέφωνο που χτυπάει όποτε του καπνίσει, κοντεύει να μου προκαλέσει νευρικό κλονισμό. Το κοιτάζω, όπως και να είναι. Είτε χτυπάει είτε όχι.
Ένας άντρας που κοιμάται σε μια παραλία αγκαλιά με μια γυναίκα άλλη.
Ένας παιδί που αποκαλεί τον εαυτό του άντρα, που το τρόμαξα πολύ, μου είπε αντίο.
Μια μάνα που χαμογελά και ζει τις στιγμές της.
Ακόμα ένας άντρας που είναι μακριά πολύ και το μόνο που κάνει πολύ καλά, είναι να κοιτάει την πάρτη του.
Μια κοπελιά που θέλω να την πετάξω από το παράθυρο απλά.
Ένας άντρας, με τον οποίο ονειρεύομαι παραδείσους... ένα όνειρο από το οποίο δεν λέω να ξυπνήσω. Δεν λέει να αρχίσει να γίνεται πραγματικότητα.
Ένα σπίτι στην Αθήνα, ένα σπίτι στη Πελοπόννησο, μια πληγή στην Κινέττα, ένα βιβλίο του αρκά με αφιέρωση στη Σουηδία, δυο μάτια στην Θεσσαλονίκη...

Μια ζωή μπουρδέλο, που έχεις όλη την καλή διάθεση να συμμαζέψεις και δεν ξέρεις από που να αρχίσεις. Σου περνάει από το μυαλό να ξεκινήσεις από τα θεμέλια. Μια και έξω. Πονάει καταλήγεις, αλλά και πως αλλιώς να γίνει? Τώρα δεν πονάει??
Μια μούντζα μακρυά από όλα..... Τα στέλνεις όλα πακέτο στο διάολο και πας σε μια έρημη παραλία μόνη σου, να βρεις την υγειά σου.
Αφήνεις τον πόνο στο λαιμό και στο στήθος σπίτι. Κληρονομιά σε όσα στο δημιούργησαν. Πατάς μια τεχνητή αμνησία και άντε γεια!
Ρε μπας και έχω ξεφύγει??
Μην απαντήσεις.. θυμήσου την αρχή μου... Θυμήσου... φοβάμαι..


Αισιοδοξία και μαλακίες... όποτε μας παίρνει αλλιώς, συμβιβάζεσαι στη μαυρίλα τούτης της πόλης.
Κουράστηκα και δεν μου φταίει τόσο η δουλειά. Ακόμα και τις αλλαγές βαρέθηκα.
Έχω κολλήσει με μια μαλακία παιχνίδι τύπου τέτρις... σαν να μπουκώνομαι βαρβιτουρικά είμαι... με τις χούφτες όμως.
Ρε αυτά είχα εγώ για μένα?? Αυτά είχα ονειρευτεί? Αυτά προσδοκούσα??

Νόμιζα κάποτε η αφελής πως όσο δουλεύεις, τόσο έχεις. Όσο αγαπάς, τόσο αγαπιέσαι... αλήθεια, έτσι νόμιζα. Και πλακώθηκα να δουλεύω και πλακώθηκα να δίνω...να δίνω να δίνω...
Χρόνο, αγάπη, δουλειά, ευκαιρίες και κόντρα ευκαιρίες και δεύτερες και τρίτες... και κουράγιο και αισιοδοξία και χαρά και γέλιο και εκπλήξεις και και και και της Παναγιάς τα μάτια.
(Εναλλακτικό κλείσιμο πρότασης.... και τώρα πάρε τα αρχίδια μου κοπελιά!)

Νόμιζα πως όταν δεν λες συχνά "θέλω" στη ζωή, στους γύρω σου, την μια φορά που θα το πεις εκείνοι θα το ακούσουν...
Αφελής...
Οι άνθρωποι ακούνε πιο καλά τις χαρούμενες φωνές ... τα "πάρε αυτό".. τα "σου δίνω εκείνο"... όταν πας να προφέρεις "θέλω", σαν να έπεσε ο μέσος όρος ακοής τους... απότομα και με γδούπο, να τον ακούσεις εσύ.. Να την ακούσεις μάλλον...

Πιο πολύ με ξενερώνει, πως κάποια στιγμή, αν όχι αύριο, αν όχι μέχρι το τέλος της εβδομάδας, κάποια στιγμή σίγουρα, θα συνέλθω. Και θα είμαι πάλι καλά. Και πάλι θα δίνω... γιατί πως να εγκαταλείψεις το όνειρο πως μπορείς να πετάξεις, αφού δεν αποδέχεσαι τον νόμο της βαρύτητας?

Έχει ένα έντονο άρωμα λεβάντας ο χώρος... έβαλα αποσμητικό νωρίτερα. δεν ξέρω αν αυτό φταίει που δυσκολεύομαι να αναπνεύσω... που πονάει ο λαιμός μου... Μπορεί και το air condition... μπορεί να κρύωσα..

Πόσο δύσκολο είναι τελικά, να αποδεχθούμε τον ίδιο μας τον εαυτό.. πόσο μάλλον να μας αποδεχθούν οι άλλοι... Έχεις σκεφτεί τι ακριβώς τους ζητάς? Τι δηλώνεις μέσα σε μια φράση με άσχημο ήχο?
"Έτσι είμαι... "

Και πάει και τελείωσε... Δεν είναι να σε νευριάζει που την ακούς... είναι να σε λυπεί.
Έτσι είσαι... δεν δίνεις στον ίδιο σου τον εαυτό την ευκαιρία ή μάλλον καλύτερα την δυνατότητα να αλλάξει, να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Του το απαγορεύεις.

Με μια άλλη, αγκαλιά σε μια παραλία... μιλάμε, μου γυρνάει το στομάχι. Με μένα. Όχι με εκείνον. Με εμένα που μένω να ακούω. Να κοιτάω. Να φαντάζομαι. Θέλω να κάνω εμετό... να ξεράσω όλο αυτό το τουρλουμπούκι που με κρατάει αιχμάλωτη. Που μου δένει το μυαλό. Να ξεράσω τα πρέπει και τα σωστά και τα λάθος και τη φαντασία μου που όρια δεν έχει και πλάθει εικόνες από τις λέξεις. Και είναι τόσο ζωντανές οι πουτάνες...

Να σου πω ότι κοιτάω έξω και δε βλέπω???
Ναι... δε βλέπω... νομίζω έχει ήλιο αλλά μπορεί να κάνω και λάθος... νομίζω έχει δρόμο έξω από εδώ και περνάνε λεωφορεία γεμάτα μα... μπορεί να κάνω και λάθος γιατί μόνη μου αισθάνομαι...

Είχα επιλογή που λες... κάποτε... και διάλεξα να είμαι μόνη μου... Διάλεξα να κρατήσω τις σκέψεις μου κρυφές. Κυρίως, γιατί όσοι είχα δοκιμάσει να τις μοιραστώ μαζί τους, έφυγαν τρέχοντας ή έμειναν με το στόμα ανοιχτό να με κοιτάζουν... σα φρικιό. Σαν κάτι που ... που.... δεν μπορούσαν να χειριστούν...
Πέρασε μια περίοδος, που παρατηρούσα τους γύρω μου... τις κινήσεις τους... όχι για να τους καταλάβω μα για να τους μιμηθώ. Να μάθω να μην χρησιμοποιώ πολύπλοκες λέξεις... Περίεργες εκφράσεις. Αλήθειες μεγάλες, να μην περιέχουν τα λόγια μου. Να μάθω ήθελα να μην ρωτάω για όλα όσα δεν ξέρω... τις απαντήσεις μου, άρχισα να τις ψάχνω στα βιβλία και όσο διάβαζα, τόσο πιο δύσκολο γινόταν για μένα να προσποιούμαι. Όσο διάβαζα, τόσες περισσότερες απορίες ερχόντουσαν...

Το φανάρι έξω στο δρόμο, είναι κόκκινο. Στοπ. Στοπ σε όλα. Στοπ στις σκέψεις που τελειωμό δεν έχουν... Στοπ στα θέλω και στα μπορώ. Στοπ στο μετά. Στοπ στο τώρα. Στοπ στις λέξεις που έφτιαξαν κείμενο. Πάω να συνεχίσω το παιχνίδι εκείνο που μοιάζει με τέτρις... μπορεί και με τη ζωή μου... μάλλον κάτι δεν ταίριαξα καλά και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Στοπ λέμε!

23 Ιουλ 2008

αν δεν έχεις τίποτα να πεις...

... καλύτερα να μείνεις στη σιωπή... ( ή κάπως έτσι τέλος πάντων..)

8 Ιουλ 2008

Κρασί και κεριά...



Είχε γεμίσει το δωμάτιο με κεριά. Ρεσό, χαμηλά... σε κάθε τοίχο. Ένα παράθυρο έφερνε τα φώτα τον αυτοκινήτων μέσα στο δωμάτιο. Ο μόνος φωτισμός αν εξαιρέσει κανείς, τα κεριά στη βάση των τοίχων. Έκαναν το δωμάτιο σεξουαλικό. Του έδιναν χαρακτήρα ερωτικό. Και το κρεβάτι στρωμένο με φροντίδα μεγάλη.. Και κρασί παγωμένο..

Μαξιλάρες στο πάτωμα μεγάλες, άνετες... Την τράβηξε από το χέρι να καθίσει κοντά του... Έπιασε το ιδρωμένο μπουκάλι από την σαμπανιέρα και κέρασε κρασί. Σε ποτήρια ψηλά. Μουσική...Όχι δυνατά. Ίσα ίσα να προετοιμάζει το σώμα... να το βάζει σε ρυθμούς άλλους...

Σχεδόν δεκαοχτώ τα κεριά... τα ρεσό, ήθελα να πω... Τα μέτρησε και χαμογέλασε... σχεδόν δεκαοχτώ και εκείνη. Μα ο Σωτήρης δεν το ήξερε. Του είχε πει 22. Και εκείνος την πίστεψε. Αφελής που είναι οι άντρες όταν αυτό που ακούν, τους συμφέρει να πιστέψουν...

Σαν πελάτισσα την γνώρισε. Στο μαγαζί του. Της ζήτησε το τηλέφωνο. Τον έκοψε από πάνω μέχρι κάτω... Ναι.... της έκανε. Γύρω στα 35 γυμνασμένος...αρρενωπός.. πιπινολάτρης που έλεγε και η Βάσω η φίλη της. Ήθελε να δοκιμάσει. Ήθελε να δει τι βρίσκουν τόσες πιτσιρίκες στους μεγάλους. Του έδωσε το νούμερο της.

Όταν της άνοιξε την πόρτα, έμοιαζε να περιμένει την ετυμηγορία της για τον χώρο. Πρωτάρης και αυτός... σκέφτηκε. Του αρέσουν οι μικρές αλλά πρώτη φορά κάνει την κίνηση. Φοβάται.. σκέφτηκε. Φοβάται περισσότερο από μένα. Και αυτό της έδωσε αέρα άλλο... Όχι τσαχπνιάς ακριβώς... Πιο πολύ πήγε με τον αέρα της άνετης... αυτής που γουστάρει ... εκείνης που αναγνωρίζει και μπορεί να κουμαντάρει αυτό που έχει ανάμεσα στα πόδια της... Όμορφο δωμάτιο... Φυσικά και δεν ήταν το σπίτι του.

Γοητεύτηκε από το ψάρεμα που της έκανε... κεριά κρασί... μπορεί και να το είχε ανάγκη. Ο Μανώλης μέσα στον 1,5 χρόνο σχέσης τους, ποτέ δεν είχε ταλαιπωρήσει τον εαυτό του έτσι για εκείνη. Για καμία μάλλον. Ήξερε ότι ήταν ψέμα. Ήξερε, ότι μόνο να της κάνει έρωτα ήθελε... Μα, ήταν γλυκό όλο αυτό όπως και να το κάνεις.

Η κολλητή της, ήξερε που ακριβώς βρισκόταν. Διεύθυνση και τηλέφωνα και όνομα... και όλα. Είπαμε, να κάνω την μαλακία αλλά, για να μην έχουμε άλλα, ας φυλάμε τα ρούχα μας καλύτερα... Το είπε και στο Σωτήρη ... εμμέσως πλην σαφώς... υιοθετώντας το χαζό - αφελές ύφος που όλοι οι άντρες πιστεύουν για αληθινό...

- Άσε... και έφαγα τον κόσμο να βρω ταξί για να έρθω... ευτυχώς με έφερε ένας γνωστός ταρίφας... ξέχασα και το χαρτί με τη διεύθυνση στη τσάντα της κολλητής μου και δεν ήμουν σίγουρη ποιο ακριβώς νούμερο ήταν...

Το χέρι του, παγωμένο από το κρασί, χάιδεψε τους ώμους της... δεν είχε λόγο να φοβάται αυτόν τον άνθρωπο διαπίστωσε...

Φιλιά... πολλά φιλιά... σε μέρη που ούτε η ίδια δεν είχε ανακαλύψει πως της αρέσει να την φιλάνε.... Σε κόσμο άλλο την πήγε... και ήταν τόσο, μα τόσο τρυφερός... Αν όλο αυτό δεν ήταν κάτι που είχε σκεφτεί, που ήθελε ούτως η άλλως να δοκιμάσει... Αν δεν τον είχε διαλέξει εκείνη για συγκεκριμένο λόγο... μπορεί και να τον ερωτευόταν... Μα όχι. Αποκλείεται... δεν της άρεσαν ιδιαίτερα οι μεγάλοι... προτιμούσε τους συνομήλικους της... μπορούσε να τους κουμαντάρει πιο εύκολα...

Τι χαζό... να σκέφτεται τον έρωτα σαν πάρε. Σαν δώσε. Σαν παιχνίδι εξουσίας. Το ήξερε ότι φοβάται... φοβάται να το νιώσει ...

Έχω χρόνο... πάντα εκεί κατέληγε...

Τσιγάρο στο κρεβάτι... Ε, αυτό δεν το περίμενε... Μα πόσο ενθουσιασμένος μπορεί να είναι αυτός ο άντρας μαζί της? Φανατικός αντικαπνιστής, δεν την είχε αφήσει να καπνίσει νωρίτερα και τώρα, της ζητούσε να δοκιμάσει ... μια τζούρα από το τσιγάρο της...

Την κοίταξε στα μάτια.... Έχει τη γεύση σου ... και η γεύση σου μου αρέσει...

Έμεινε. Την δούλευε ή τα εννοούσε αυτά?Μπα... θα ήταν ηλίθια να τον πιστέψει...

Αρνήθηκε στη πρόταση του να την γυρίσει σπίτι. Πήρε ταξί. Δεν τον σκέφτηκε ούτε μια φορά. Θεώρησε ότι το θέμα έληξε. Εκείνος έκανε έρωτα σε ένα κορίτσι και εκείνη είχε την εμπειρία που είχε ζητήσει με έναν μεγαλύτερο. Ξαφνιάστηκε που την επόμενη της έστειλε μήνυμα στο κινητό. Και την μέρα μετά και την επόμενη...

Μετά από μια εβδομάδα, την παρακαλούσε να ξαναβρεθούν...θύμωσε εκείνη. Από που και ως που? Τα είχε όλα, πολύ ξεκάθαρα στο μυαλό της και αυτό, δεν ήταν κάτι που είχε προβλέψει... Της απάντησε πως την ερωτεύτηκε και εκείνη γέλασε και θύμωσε ταυτόχρονα... Μα για πόσο ηλίθια μπορεί να με περνάει...

Του ζήτησε να μην την ξαναπάρει...

Χθες τον είδε τυχαία... τόσα χρόνια...

Η κοπέλα που συνόδευε αγόραζε παπούτσια...

Την κοίταξε στα μάτια, έβαλε το χέρι στο στόμα απαλά και της φύσηξε ένα φιλί... Τρυφερός ο Σωτήρης...

Πόσους άλλους έχει αδικήσει και ακόμα δεν το έχει καταλάβει?

3 Ιουλ 2008

Όχι η Λυδία.



Όλοι λέει έχουμε προορισμό. Όλοι λέει έχουμε λόγο ύπαρξης και μάλιστα, όχι πάντα πρωταγωνιστικό. Έτσι όπως το σκέφτομαι, εγώ είμαι το αουτσάιντερ σε μια ταινία δράσης. Είμαι αυτή που θα έχει την εξουσιοδότηση από τον σκηνοθέτη, να αποφασίσει για το τέλος. Να πράξει ανάλογα και να το καλοδεχθεί. Πρώτο όνομα δεν είμαι.

Πιστεύω ότι εκπαιδευόμαστε από τα γεγονότα της ζωής έτσι ώστε, την κρίσιμη στιγμή, να μπορέσουμε να πάρουμε τον ρόλο μας.
Εγώ φτιάχτηκα ανθεκτική στα ψέμματα.

Μερικές φορές επίσης, πιστεύω ότι αν μπορούσα να δω στο πίσω μέρος του λαιμού μου, θα έβλεπα ένα μικρό μικρό κουμπάκι, με τεράστια όμως δύναμη. Αυτή του να με μετατρέπει από καλοριφέρ σε κατάψυξη όταν πρέπει να πάρω μια απόφαση. Αυτό το κουμπάκι, πετάει την Λυδία την αισθηματία, την τρυφερή, την αληθινή απ έξω. Μένει η λογική. Υπέρ και κατά. Σωστό και λάθος... όχι ηθικά.. αλλά σύμφωνα με το ζητούμενο αποτέλεσμα.

Μένω που λες παγωτό να με βλέπω να σκέφτομαι. Σαν να μαι δυο. Τι άλλα συμπτώματα έχει η σχιζοφρένεια?

Είμαι λοιπόν, κομπάρσα. Με δύναμη μεν να ασκήσει επιρροή όσον αφορά την έκβαση της ταινίας, αλλά κομπάρσα.

Χρόνια προγραμματισμού και σεμιναρίων με έχουν φτάσει εδώ. Νομίζω ξεχνάω, αλλά καταλήγω πως θάβω. Θάβω οτιδήποτε έχει δύναμη πάνω μου. Οτιδήποτε μπορεί να με κάνει να λυγίσω. Κλαίω σπάνια μπροστά σε άλλους. Ποτέ μάλλον. Γελάω πάντα. Πάντα όμως. Μπορώ να σου πω το πιο δραματικό σκηνικό που μπορεί η φαντασία μου να πλάσει και παρ όλα αυτά, να αφήσω απ έξω το συναισθηματικό κομμάτι. Να σε κάνω και εσένα να το αφήσεις απ έξω. Να κρατήσεις μόνο την ουσία.


Ήρθα και έσκασα με τα χρόνια η γυναίκα. Φούσκωνα σιγά σιγά. Βάρυνα. Έβγαζαν ρίζες τα κόκαλα μου και με έδεναν με το μέρος που ήμουν. Ναι. Γιατί γέλαγα μόνο. Για αυτό.


Κάποια στιγμή, το ανοσοποιητικό μου ενεργοποιήθηκε και μου έβαλε στο χέρι ένα στυλό. Μετά από κάνα χρόνο, βρήκα και χαρτί και άρχισα να γράφω.

Για λόγους δικούς μου, όχι της Λυδίας, πρέπει να μείνω δυνατή. Πρέπει να γελάω. Πρέπει γιατί μόνο έτσι ξέρω να στηρίζω τον εαυτό μου και αυτούς που με χρειάζονται.
Χώρισα τον εαυτό μου, το λοιπόν. Σε δύο κομμάτια.


Αυτή που θυμάται όλους και όλα και εκείνη που ξεχνάει. Αυτή που προβληματίζεται με τα της κοινωνίας μας και αυτή που τα έχει γραμμένα στα παλιά της τα παπούτσια. Αυτή που αγαπάει όλους όσους συνάντησε ποτέ στη ζωή της, αλλά ταυτόχρονα αυτή που ποτέ δεν θα τους το πει. Αυτή που κανέναν δεν αφήνει να πλησιάσει και αυτή που δημοσιεύει κομμάτια της ζωής της σε μια σελίδα, κάπου στο net. Εγώ και η Λυδία.

Ο προορισμός, δεν είναι πράγμα σίγουρο. Αλλάζει σε χρόνο dt. Χωρίς λόγο και αιτία. Σήμερα πάντως, έτσι τον βλέπω από την κοσμάρα μου. Ωραία είναι εδώ. Και κομπάρσα... δε βαριέσαι? Μου φτάνει που επιλέγω. Επιλέγω τι θα φοράω, τι θα θυμάμαι, τι θα ξεχάσω για τι πράγμα μιλάω...
Το ξέρω ότι γίνεται της πουτάνας στον κόσμο έξω από την πόρτα μου. Φυσικά και ξέρω ότι υπάρχει η γενιά των 700 ευρώ (και εγώ σε αυτήν ανήκω). Φυσικά και ξέρω ότι ο κόσμος μας καταστρέφεται από τις δικές μας μαλακίες. Ότι υπάρχουν παιδιά που πεθαίνουν κάπου στον κόσμο, όσο εγώ προσπαθώ να ολοκληρώσω την ανάρτηση αυτή. Επιλέγω να μην τα συζητάω εδώ. Επιλέγω εδώ, να μην προβληματίζομαι για αυτά. Είπαμε. Έχω εκείνο το κουμπάκι, στο πίσω μέρος του λαιμού...
Δεν ξέρω ποιος έρχεται εδώ... ξέρω όμως πόσο γλυκανάλατα μοιάζουν τα κείμενα μου όταν τα κοιτάζω εγώ και όχι η Λυδία. Νιώθω καλά όταν μου λέει κάποιος από εσάς, ότι αυτό που περιγράφω το έχει νιώσει. Νιώθω, ότι δεν είμαι μόνη, ακόμα και όταν το μόνο που ακούγετε στο δωμάτιο, είναι ο ήχος από το πληκτρολόγιο.. Τσικ.... τσακ... Μου αρέσει ο ήχος όταν πατάω το space. Διαφορετικός. Χαμογελάω όταν διαβάζω τα σχόλια σας... Κλαίω με κάποια κείμενα αν εκείνη τη στιγμή είμαι μόνη... είπαμε..:)

Σαν ψυχανάλυση είναι βασικά και προσπαθώ να μην μολύνω το χώρο μου με πράγματα που τη Λυδία μέσα μου, δεν την ενδιαφέρουν. Νοιάζομαι, μα δεν σχολιάζω... ελπίζω να μην σας χαλάει... απλά το λέω.

ΥΓ. Πήρα ένα mail που μου έλεγαν ότι, γράφω μεν πολύ ωραία ,αλλά είμαι εκτός πραγματικότητας. Δεν το δημοσιεύω. Την περίληψη την είπα. Ευχαριστώ εκείνον που αφιέρωσε χρόνο να το γράψει. Τον ευχαριστώ για τα καλά του λόγια. Ευχαριστώ και εσάς που περνάτε και είσαστε πλέον κομμάτια της αυτοψυχανάλυσης μου. Αυτά. Α! Και πολλά φιλιά.


Όχι η Λυδία...

Η Άλλη.

30 Ιουν 2008

Πάσο...




Είχε περάσει κάμποσες φορές από το μυαλό της αυτό το ταξίδι, μα πάντοτε το ανέβαλε. Δεν ένιωθε πως είχε έρθει ακόμα η ώρα να γνωρίσει την Θεσσαλονίκη. Γιατί ο κάθε τόπος, έχει τις δικές του ανάσες, τις δικές του ιστορίες και αναμνήσεις και πρέπει να τον σέβεσαι. Πρέπει να σε καλέσει κοντά του. Άκουγε μόνο για εκείνη. Όμορφη την λέγανε...
Πριν μια σχεδόν εβδομάδα, είχε γνωρίσει τον Θόδωρο. Και κάτι έγινε. Από το πουθενά. Εκείνος μαζεμένος πολύ. Της έκανε εντύπωση που δεν μπορούσε να τον ψυχολογήσει.. από την εμπειρία της, είχε μάθει να προσέχει τους ανθρώπους που δεν έχουν καθάριες αντιδράσεις, αβίαστες. Να φυλάγεται από εκείνους που μετράνε τις λέξεις , που σκέφτονται πολλές φορές πριν μιλήσουν γιατί, η αλήθεια είναι ουσία λεπτή... με την πολύ επεξεργασία, χάνετε από τις λέξεις...
Έτσι ήταν ο Θόδωρος. Όχι όμορφος, μα με έναν αέρα αλλιώτικο που την τραβούσε κοντά του. Πρώτη φορά που χρειάστηκε να μιλήσει σε άνθρωπο, αποκλειστικά και μόνο με τα μάτια και τις κινήσεις του σώματος... και εκείνος έτσι της μιλούσε και παρόλο που η Ελπίδα ένιωθε πως συναινοούνταν απόλυτα, υπήρχαν και εκείνες οι φορές, που το αμφισβητούσε. Που έμπαινε στον πειρασμό να πιστέψει πως όλα ήταν δημιούργημα της φαντασία της. Και εκείνες τις στιγμές, παλλόταν ολόκληρο το είναι της, γιατί η ψυχή, το ψέμα το νιώθει... το ξεχωρίζει...
Τέσσερις μόλις μέρες μετά την αναχώρηση του Θόδωρου, η Ελπίδα ήταν στο τρένο. Βραδινή κλινάμαξα για Θεσσαλονίκη. Τα χαράματα θα ήταν εκεί. Ξάπλωσε στην κουκέτα και βυθίστηκε στον ρυθμικό ήχο του τρένου πάνω στις ράγες... έτσι πρέπει να είναι όλα... σκέφτηκε ρυθμικά να ξεκινάνε με ταξίδι...
Ένιωσε το βαγόνι να ακολουθεί τη μηχανή και έκλεισε τα μάτια της. Το επόμενο πράγμα που θα έβλεπε, θα ήταν η Θεσσαλονίκη. Αποκοιμήθηκε...
Πέντε και τέταρτο, ο εισπράκτορας άρχισε να φωνάζει και να χτυπά ένα κλειδί σε κάθε καμπίνα. Να ξυπνήσει ο κόσμος. Ξύπνα σου λέω... φτάσαμε!
Στον διάδρομο δεν υπήρχε κανείς, πέρα από τους συνταξιδιώτες της και μια γιαγιά, σε ένα παγκάκι. Φορούσε μαύρο μαντίλι στα μαλλιά και κοιτούσε, τα σταυρωμένα χέρια της. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν για λίγο και η Ελπίδα χαμογέλασε ταυτόχρονα με την γιαγιά. Την χαιρέτησε με μια κίνηση του κεφαλιού της και πήρε να ψάχνει την έξοδο.
Ο Θόδωρος κατευθυνόταν προς το μέρος της. Ναι... ωραία η Θεσσαλονίκη..
Ίσα που ξεκίνησε να φωτίζει η μέρα όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο και έκαναν μια βόλτα στην πόλη που αργοξυπνούσε ακόμα. Λευκός πύργος, παραλία, πανεπιστήμια, λιμάνι, πύργος του ΟΤΕ.. εκείνος να παρουσιάζει έναν κόσμο γνωστό και ταυτόχρονα καινούργιο, και εκείνη να ρουφάει άπληστα κάθε λεπτομέρεια.. κάθε εικόνα... Ξεκίνησαν για Τούμπα. Εκεί θα έπιναν καφέ... στο σπίτι του Δημήτρη.
Πόσα έλεγαν τα μάτια του... Θεέ μου πόσα... η ανάσα του.. και όμως τα χείλη, λέξη δεν είπαν.. Ήθελε να βάλει τα κλάματα. Γιατί το έκανε αυτό?Ήλπιζε εκείνη, να χαλαρώσει κάπως... μπορεί στην παραλία που είχαν σκοπό να πάνε το μεσημεράκι να ήταν καλύτερα... μπορεί να φταίει το ξύπνημα το πρωινό...μπορεί, μπορεί, μπορεί.. μπορεί να μην αισθάνεται τίποτα γι σένα ξεκόλλα επιτέλους!Φώναζε στον εαυτό της. Σου αρέσουν τα δύσκολα.. για αυτό σκαλώνεις... δεν θα τραβούσε την προσοχή σου αν δεν ήταν τόσο ... τόσο απροσδόκητα οικείος.. και έπειτα έπιανε πάλι τον εαυτό της να τον χαζεύει....
Έτσι πέρασαν τέσσερις μέρες... μόνο στον ύπνο δεν ήταν μαζί αλλά και πάλι... τίποτα δεν είπε... τίποτα. Η Ελπίδα, του έδειξε... προσπάθησε δηλαδή , να του δώσει να καταλάβει τι ακριβώς αισθάνεται και εκείνος, έμοιαζε να καταλαβαίνει τα πάντα αλλά παρ όλα αυτά να μην κάνει καμία απολύτως κίνηση... πόσο την είχε μπερδέψει... ήθελε να τον πάρει αγκαλιά... ήθελε να την φιλήσει μέσα στη θάλασσα... Παράνοια. Από τη μία ναι, μα από την άλλη όχι...
Το τελευταίο βράδυ τους δίπλα στη θάλασσα, είχε έναν ουρανό γεμάτο αστέρια... σχεδόν να βρέχει αστέρια... ξαπλωμένοι και οι δύο στην αμμουδιά, να κοιτάζουν ψηλά... και όλα όσα είχε εκείνη ονειρευτεί για ένα βράδυ σαν κι αυτό, δεν συνέβησαν ποτέ...
Η επιστροφή ήταν άτσαλη... μα δεν θέλει και πολύ να το καταλάβει κανείς... το τρένο γεμάτο ... στριμωγμένη στο λεωφορείο, έφτασε σε λημέρια γνωστά... Αθήνα. Εκείνος στο μυαλό της ακόμα. Πάσο... ψιθύρισε.. δική σου η επόμενη κίνηση...
Στην αναμονή..




19 Ιουν 2008

Μην καπνίζεις τόσο.. σ αγαπώ..

Χτύπησε πάλι το τηλέφωνο. Στο άκυρο πάλι. Στο πουθενά πλάι εγώ. Και απάντησα. Και πάλι σε άκουγα στην γραμμή... την ανάσα σου βασικά, γιατί δεν έχεις πια κάτι να πεις...

Ήρθε και το μετά, μετά που χάθηκα στο σκοτάδι... Ζήσαμε... μπορεί τα πάντα. Μπορεί και τίποτα... Πιο πιθανό τα πάντα.
Όλα όσα πονάνε, από το τίποτα ξεκινούν... γιατί το τίποτα είναι η αφετηρία του κόσμου... κι ένα δάκρυ.. το δικό μου πες, από το τίποτα ξεκινάει... συλλέγει τα συστατικά του από το κορμί και δημιουργείτε .. γρήγορα μεν.. αλλά από το τίποτα...

Το τίποτα το δικό μου είσαι εσύ... Ήσουν εσύ δηλαδή... Πριν από χρόνια... Πολλά.. δεν τα μετράω πια...
Από το τίποτα του πριν, φτάσαμε στο τώρα και φοβάμαι να το πω... την αλήθεια φοβάμαι... Δοκίμασα... πολλές φορές δοκίμασα, μα βραχνιάζει η φωνή και ψίθυρος δεν βγαίνει...

Μην καπνίζεις τόσο.. σ αγαπώ..

Μόνο τα δικά μας τα τσιγάρα, έχουν γεύση... μα το θεό! Δεν έχω κάνει πιο δυνατά τσιγάρα από αυτά, που το χέρι σου μου έφερνε στα χείλη... μετά. Μετά από την βόλτα του στα δικά σου...

Μεγάλες καύτρες έκαναν τα τσιγάρα μας...

Ναι, φοβάμαι να σε δω.

Ορίστε λοιπόν. Το παραδέχτηκα... πως αλλιώς... αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι...

Κανονικά, θα πρεπε να σκέφτομαι τα σχόλια του Νίκου... με ρώτησε αν θα ποστάρω τίποτα και του είπα ναι... ήθελα να γράψω είναι η αλήθεια, κάτι αστείο... κάτι να χαμογελάσουν όσοι έχουν μείνει στην Αθήνα... "οι εγκλωβισμένοι" που τους λέω... και μετά... μετά χτύπησε το τηλέφωνο.

Γιατί αυτό είσαι ... το πάντα το δικό μου, το κόκκινο και το γαλάζιο μου... και ναι, φοβάμαι... πως αλλιώς.. αφού Ακουστά σ’έχουν τα κύματα,πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς...

Παίζει μουσική... Βασίλη βασικά...άλλη κατηγορία...

Πως τα φέρνει όμως ο καιρός... τα ξέρω και τα θέλω τα μπερδεύει και τα χωρίζει. Το ένα στους ουρανούς, το άλλο στους βυθούς.. και ή που θα καείς από τον ήλιο, ή που θα πνιγείς από το νερό... ανάλογα πιο έχεις βάλει στο μάτι... γιατί όλα δεν μπορείς να τα έχεις πάρα μόνο μία φορά στη ζωή σου, και αν το κατάλαβες, έχει καλώς αλλιώς game over φιλαράκο..

Καλύτερα να έγραφα κάτι κοινωνικό... κάτι σαν αυτό που ανέβασε η Πηνελόπη... πολύ μου άρεσε!!! Και το όνομα μου αρέσει... συμβολίζει... δύναμη, υπομονή, εξυπνάδα...(αν γράψω κάνα επίθετο ακόμα, θα νομίζει η κοπέλα ότι την ερωτεύτηκα... αλλά όχι.. το όνομα ερωτεύτηκα... έτσι, στο πουθενά και στο τίποτα... στο τώρα μάλλον...)

Έτσι την πατάω πάντα... στο τώρα.. και εθελοτυφλώ στο μετά... λένε ότι αν βλέπεις και τις τρις διαστάσεις (το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον) , δύσκολα πολύ, θα κάνεις λάθος... μόνο αν το επιδιώξεις... γίνονται όλα λέει συνειδητά.. Και αυτό είναι ωραίο τώρα??

Έχω κουραστεί να βαράω το κεφάλι μου στον τοίχο... και ο τοίχος με βαρέθηκε νομίζω... και εσύ σίγουρα, που σε έχω πρήξει με τις φλασιές μου τόση ώρα... αν έφτασες μέχρι εδώ δηλαδή..Αμφιβάλω...

Κάποιος είχε γράψει για την θάλασσα... ο Άρης νομίζω μα δεν είμαι και σίγουρη... έλεγε λοιπόν πως η θάλασσα δεν έχει χρώμα. (Ναι. Ο Άρης...) Μια ψευδαίσθηση το γαλάζιο της. Σαν,σα να το ανακάλυψα τώρα... όχι για τη θάλασσα, για σένα. Έτσι νιώθω... Μα δεν μου είπες ψέμματα και δεν μπορώ να θυμώσω... ούτε να κλάψω μπορώ. Έτσι και αλλιώς δεν θα το έκανα... τα μεγάλα κορίτσια δεν κλαίνε... τουλάχιστον φανερά...

Ψέματα... ψέμα σου λέω και κουράστηκα... και ο τοίχος μου δεν είναι εδώ...

Για εκείνη την μια, την μοναδική φορά που χτύπησε το τηλέφωνο σου είπα? Χαμογέλασα και όταν με έπιασα... με μάλωσα, όπως μαλώνουν τα παιδιά, όταν βουτάνε το χέρι στο μέλι που είναι για φίλεμα..

Πονάει λίγο το δέρμα μου... από τον ήλιο δηλαδή... ήμουν στην θάλασσα την Κυριακή.. εσύ... εσύ ήσουν στο μυαλό μου...

Λέω να κλείσω εδώ το παραλήρημα... να κάνει και τα σχόλια του ο Νίκος...

Μην καπνίζεις τόσο σ αγαπώ.. και να προσέχεις...










Έχω τόσα βράδια να σε δω και περιμένω..
μέσα μου ένα άλογο τυφλό,αγριεμένο
μη καπνίζεις τόσο,σ' αγαπώ..και να προσέχεις
μη σε πάρει συννεφο λευκό και να μη τρέχεις..

Πόσο μου λείπεις πόσο μου λείπεις..

Ένα τηλεφώνημα προχτές μη μου αλλάζεις..
πάγωσε στα χείλια ο καφές μη με ξεχάσεις..
μια φωτογραφία δυο διπλά και στην υγειά σου
δυο τσιγάρα όπως μια φορά κι όλα δικά σου


Πόσο μου λείπεις πόσο μου λείπεις...

Πέρασαν δυο μήνες σε ζητώ και με πονάω
κόλλησαν οι δείχτες στο κενό και πού να πάω
Πόσο μου λείπεις..Εχω κάποια βράδια να σε δω..
πόσο μου λείπεις..Μέσα μου ένα άλογο τυφλό..


Πόσο μου λείπεις πόσο μου λείπεις...



UPDATE Η αρχική ανάρτηση είναι εδώ.

16 Ιουν 2008

Σημαδούρα...




Χθες ταξίδευα πάλι.... Και ταξίδι δίχως θάλασσα δεν νοείται.

Με την ανάσα της στα πνευμόνια μου, περπάτησα μέσα της. Ανάμεσα στην άμμο και τα βράχια... βούτηξα και άνοιξα τα μάτια...σχεδόν άγγιξα το βυθό της. Είναι τα πρώτα μπάνια και η ανάσα μου, δεν βαστάει για πολύ...
Με έκοβε. Σχεδόν πνιγόμουν από την ομορφιά της. Από την πίεση της. Φύσαγε δυνατά. Πάντα έτσι είναι στο Λουτράκι. Μανιασμένη, χτυπούσε πάνω στα βράχια το κορμί της. Τα κύματα της να βρέχουν τους περαστικούς.. γέλια και φωνές. Και παγωτό μπανάνα δίπλα της. Αλμύρα...

- Εφόσον γνώρισα ένα άνθρωπο κάποτε, που μου έδινε τα πάντα. Όλα όσα ήθελα και όλα όσα μισούσα. Εφόσον συνειδητά επέλεξα, ότι δε το αντέχω, οτι είναι πολύ δυνατό για μένα. Εφόσον το άφησα στο έλεος του, υπάρχει πιστεύεις, λόγος να ελπίζω σε ακόμα μια τέτοια συνάντηση μέσα στη ζωή μου?
- Ξέρεις τι λέω εγώ? Όλα είναι σαν τα μαλλιά... όσες έχουμε ίσια, θέλουμε σγουρά. Όσες έχουν σγουρά, παρακαλάνε για ίσια... καμία σχέση δεν είναι τέλεια.
- Θυμάμαι.. νοσταλγώ καλύτερα. Νοσταλγώ λοιπόν την εικόνα του, μέσα στη θάλασσα... Τον τρόπο που στεκόταν στα ρηχά.. που σήκωνε τα χέρια και πηδούσε μέσα της και εκείνη τον έκρυβε στα σπλάχνα της...και όταν, όταν έβγαινε στην επιφάνεια και τίναζε το κεφάλι... έπαιρνε ανάσα... Δυο ουσίες που λατρεύω, η μια μέσα στην άλλη...
- Εξιδανικεύεις.. δεν νομίζεις? Του αξίζει?
- Ξέρω το πολύ, να το μετράω. Ξέρω και τα λάθη μου να τα παραδεχθώ. Ναι τον εξιδανικεύω όταν μου λείπει... ανόητη συνήθεια να θυμάμαι μόνο τα όμορφα... μπας και αντέξω...
- Δεν του καταλογίζεις ευθύνες?
- Όχι περισσότερες από αυτές που καταλογίζω στον εαυτό μου...
- Ο Πάνος, τι φταίει να τον συγκρίνεις μαζί του?
- Αυτό είναι αναπόφευκτο... όποιος κι αν έρθει, θα συγκριθεί ... γιατί τον γνώρισα και τον θυμάμαι... γιατί ταιριάζει στη θάλασσα όσο και σε μένα... μόνο για λίγο... μόνο μέχρι να τελειώσει ο αέρας που κουβαλάει... αν δεν βγει στην επιφάνεια, θα τον πνίξει... έτσι είναι και η σχέση μας... για λίγο μόνο... αν δεν πάρουμε ανάσες χωριστές, καταστρέφουμε ο ένας τον άλλο...
- Του τα έχεις πει αυτά?
- Κάποια πράγματα, δεν λέγονται γλυκιά μου... δεν μπορείς ούτε καν να τα περιγράψεις...

Στεκόμουν και κοιτούσα τον ουρανό... τέσσερις αχνές μουντζούρες.. σύννεφα... στα βαθιά, έβλεπε κανείς τα κύματα να φτιάχνουν αφρούς... αέρας και χρόνος.
Χρόνος, όπως το τώρα που δεν χορταίνω.. το πριν που πέρασε, το μετά που θέλω να με εκπλήξει, αλλά εκείνο επιμένει να είναι προβλέψιμο στα μάτια τα δικά μου...
Το νερό, είναι κρύο. Όσο πρέπει κρύο...
Το μετά, ήρθε και πέρασε... καμία αλλαγή... μόνο μια σημαδούρα στην θάλασσα που δεν την νοιάζει.. δεν την νοιάζουν μήτε τα σύννεφα, μήτε το κρύο νερό.. και ο χρόνος που περνάει, ούτε αυτός την νοιάζει...

Σήμερα λοιπόν, θα θελα να μουν σημαδούρα κόκκινη σε μια θάλασσα γαλάζια που κάποτε είχες αγγίξει... κι αν δεν γίνετε, τι να πω.. ας γίνω τουλάχιστον παρατηρητής ... της στιγμής εκείνης που τα χέρια ενώνονται και σηκώνονται ψηλά... της στιγμής που η θάλασσα αγγίζει το πρόσωπο...

14 Ιουν 2008

Εσύ με ταξιδεύεις...


Δεν μπορώ να σε ξεχάσω πάει τέλειωσε ... δεν μπορώ σου λέω.. τα έκανα όλα ένα και όλα τίποτα...

Η ζωή μου η παλιά
Ξεθώριασε και έλιωσε


Οι δρόμοι κλείσανε για μένα , όλα με αδιέξοδο μοιάζουν και εγώ, εγώ η τρελή παίζω με τους στίχους...

Εσύ με ταξιδεύεις, εσύ με κυβερνάς
Εσύ με κυβερνάς


Μια νύχτα θα ξυπνήσω, θα καπνίσω ,"Σ'αγαπάω" θα σου πώ, μα θα κοιμάσαι... γιατι τα σημαντικά και αυτά που φοβάμαι, δεν τα λέω δυνατά... τα ξορκίζω με σιωπή.. δεν είμαι καλή στο να εκφράζω τους φόβους μου... πόσο μάλλον να τους λέω κιόλας... Θα ναι, σαν να παραδέχομαι ότι σε έχω ανάγκη... (με τα τραγούδια δεν μετράει) θα ναι σαν να παραδέχομαι ότι είμαι αδύναμη... ήθελα να είχα ένα ραβδάκι μαγικό... να σε κάνω...

το φόβο μου να νιώσεις
να με ψάξεις, να με σώσεις
"Είμ'εδώ, κοντά σου είμαι, μη φοβάσαι" να μου πεις
"Ειμ'εδώ, κοντά σου είμαι, μη φοβάσαι"

Δεν μπορώ να σου ξεφύγω ,κι ας τ'ορκίστηκα.Με τα χέρια μου ανοιχτά,στο σώμα σου γκρεμίστηκα ... κάποια στιγμή , κάποια μέρα που οι άμυνες χαμήλωσαν... που η ανάγκη επιβλήθηκε στον εγωισμό... Ένα πρωινό δίπλα στη θάλασσα.. και εγώ να νιώθω μέσα της...

Και πρέπει κάποτε να το παραδεχτώ, πως άσχετα με όσα ζώ, όσα περνάω, όσες φορές και αν γελάω δυνατά, να κοροϊδέψω την ανάγκη....
Ο κόσμος έσβησε για μένα
Εσύ με ταξιδεύεις,εσύ με κυβερνάς
Εσύ με κυβερνάς ......

11 Ιουν 2008

Μπορεί και όχι.


Θα ήθελα να μιλήσουμε... Κάποια στιγμή... όποτε μπορέσεις δηλαδή. Όχι... όχι δεν είναι και επείγον. Όχι μην ανησυχείς. Όλα good!
Βασικά... βασικά καλησπέρα σας... φλασιές... όταν θες να πεις και για τα δυο. Και κάτι αστείο και κάτι που δεν σηκώνει αστεία... Βασικά καλησπέρα σας ,το λοιπόν...
Έχεις θυμώσει. Φυσικά και το κατάλαβα. Δεν μου μιλάς. Ούτε και εγώ, για να λέμε του στραβού το δίκαιο. Κάτι έκανα πάλι. Καμιά μαλακία. Το συνηθίζω άλλωστε. Μπορεί και όχι. Θέλω να σου μιλήσω. Όχι. Όχι. Να σε δω θέλω και να μείνω στη σιωπή. Γιατί δεν θέλω να συζητήσω. Γιατί ξέρω ότι φταίω. Το γιατί, στην προκειμένη, δεν με νοιάζει. Με κουράζουν τα αστεία. Μερικές φορές δηλαδή. Όταν δεν έχω όρεξη. Σήμερα έχω. Θα πούμε καμία μαλακία.. να γελάσουμε. Γελάμε πιο δυνατά, όταν γελάμε μαζί. Κι ας είμαστε μακριά. Με κάποιο χαζό τρόπο γίνονται ένα. Για το γέλιο μας λέω.
Αυτά. Και κάτι ακόμα. Μπορεί και όχι. Δεν ξέρω. Ξανά έπιασε ζέστη ρε γαμώτο. Εκεί βρέχει. Πόσο να έχει το εισιτήριο για να έρθω αύριο? Μισό. Μπα. Πανάκριβο είναι. Δεν συμφέρεις μάνα μου! Έλα εσύ. Σε παίρνει. Αλλά ξέχασα... την είδες μόνιμη την φάση. "Ότι είναι καλύτερο για σένα". Λέω κάτι τέτοια κορυφαία καμιά φορά. Κανονικά έπρεπε να σου κλείσω το τηλέφωνο ή να φωνάξω καμιά βρισιά ή να αρχίσω να κλαίω. Κάτι τέλος πάντων, να ξεκατινιαστώ. Αλλά όχι. Αυτό θα με φάει. Κανε ότι νομίζεις. Φυσικά και με νοιάζει αλλά από ότι φαίνεται δεν μου πέφτει λόγος. Έλα. Κερνάω διαδικτυακό καφέ. Σου αρέσει ο καφές ε? Ναι. Σου αρέσει. Κακές συνήθειες... μπορεί να κάνουμε και κάνα τσιγάρο. Από τα δικά σου όμως. Και τι θα καταλάβω? Τι θα καταλάβεις? Άκυρη η πρόσκληση. Βασικά καλησπέρα σας... Σε αυτά που έρχονται στο μυαλό μου καλησπέρα. Σε αυτά που δεν νιώθεις καλησπέρα... Πέρασε η ώρα...Ιδέα μου. Πάνε και έρχονται τα αυτοκίνητα. Το pc στο σπίτι ακόμα επαναστατεί. Μα δεν βαρέθηκε? Εσύ? Εσύ, δεν βαρέθηκες? Είσαι στη χώρα των υπέροχων κοριτσιών. Καλά να περνάς. Από την ντεκαυλέ Ελλαδίτσα, μια ευχή. Καλά να περνάς.