17 Μαΐ 2012

Νεύρα






Φόρεσε γρήγορα τα παπούτσια της και ξεκίνησε βιαστικά για το διάολο που την έστειλε εκείνος. Πήρε φόρα και άνοιξε τη πόρτα της κουζίνας. Μετά πήδησε από το μπαλκόνι.
«έχεις νεύρα μωρή πουτάνα?» τη ρώτησε, δαγκώνοντας το malboro που είχε στα χείλη του. Έκανε να τον χτυπήσει αλλά τελευταία στιγμή της τράβηξε την προσοχή ένα μπουκάλι ρακί που είχε ξεμείνει στο τραπέζι της αυλής από το χθεσινό γλέντι. Δρασκέλησε μέχρι εκεί, βούτηξε το μπουκάλι από το λαιμό, έβρεξε το λαιμό της με μια γουλιά και με το υπόλοιπο, πότισε τον ξεραμένο βασιλικό.
Σχεδόν τον ξέχασε, αυτόν και το malboro του και χώθηκε στο δάσος του κακού του λύκου. «Λύκε, λύκε είσαι εδώ?»  Σκατά. Και εκείνος έλειπε. Και τι νόημα είχε να φτάσει ως την άλλη μεριά? Από ποιον θα τη σώσει ο ξυλουργός? Ποιος θα φάει τη γιαγιά? Κανένα νόημα. Γύρισε στο σπίτι και έφαγε ένα πιάτο στιφάδο που είχε περισσέψει από προχθές.
Δεν είμαι καλά. Αυτά. 

2 σχόλια:

iLiAs είπε...

δωσε ρεεεε
θα τα σπασουμε ολαα!!

καλο ξημερωμα :)

Όναρ είπε...

Κουράγιο..θα περάσει..όλα περνάνε..Καλησπέρες συντροφικές..